Κσιστόφ Αρτσισέφσκι (1592-1656) – Ο Κονκισταδόρας που κατέκτησε την Βραζιλία.


krzysztof arciszewski

Ο Κσιστόφ Αρτσισέφσκι (Krzysztof Arciszewski) γεννήθηκε στο Ρογκάλιν της πολυπολιτισμικής και ανεξίθρησκης Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας, το 1592. Προερχόμενος από οικογένεια προτεσταντών ευγενών, ο Αρτσισέφσκι σπούδασε σε προτεσταντική σχολή στην πολωνική κωμόπολη Σμίγκελ. Το 1619 προσχώρησε στην Αυλή του πανίσχυρου Λιθουανού ευγενή και Χέτμαν (Στρατιωτικού Διοικητή) του λιθουανικού στρατού, Κσιστόφ Ραντζίβιλλ (Krzysztof Radziwill), συνοδεύοντας τον στην λιβονική εκστρατεία (1621-22) κατά των Σουηδών.

Η μοίρα όμως ήθελε τον Αρτσισέφσκι να μην μείνει στην αφάνεια ως ένας απλός στρατιώτης, αλλά να γράψει ιστορία με χρυσά γράμματα, αλλάζοντας παρ’ολίγο την ισορροπία δυνάμεων στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. O συναρπαστικός περιπετειώδης βίος του Αρτσισέφσκι ξεκίνησε το 1623, όταν εκείνος έκοψε το λαρύγγι του δικηγόρου Γιαρουζέλ Κάτσπερ Μπζεζίντσκι (Jaruzel Kacper Brzeznicki). Αιτία αποτέλεσε η διαμάχη των δύο αντρών πάνω σε καθοριστικά θέματα οικονομικής φύσεως. Ο Αρτσισέφσκι ως φυγόδικος δεν είχε άλλη λύση από το να εγκαταλείψει την Πολωνία.

Κυνηγημένος, στο Γκντανσκ επιβιβάστηκε σ’ένα πλοίο με προορισμό την Χάγη, Ολλανδία. Εχοντας την κρυφή οικονομική υποστήριξη του Ραντζίβιλλ, ο Αρτσισέφσκι σπουδάσε στρατιωτικός μηχανικός, πλοηγός και την τέχνη του πυροβολικού στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Λέιντεν. Μετά τις σπουδές του, πήρε μέρος στην θρυλική πολιορκία της Μπρέντας (1624-25), υπερασπίζοντας την πόλη απέναντι στους Ισπανούς. Αργότερα μετέβη στο Παρίσι και κατάφερε με συστάσεις του Ραντζίβιλλ να εισχωρήσει στην Αυλή του Γάλλου βασιλιά.

Αν και προτεστάντης, ο Αρτσισέφσκι, υπό την δίοικηση του περιβόητου Καρδινάλιου Ρισελιέ, συμμετείχε στο πλευρό των καθολικών στην ξακούστή πολιορκία του προτεσταντικού οχυρού Λα Ροσέλ (1629). Εκεί ο Πολωνός τυχοδιώκτης διακρίθηκε για τις μαχητικές του ικανότητες, με αποτέλεσμα η «Ολλανδική Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών» να τον προσλάβει ως Λοχαγό, στην φιλόδοξη εκστρατεία της κατά των πορτογαλικών κτήσεων στη Βραζιλιά. Ετσι λοιπόν, αρχές του 1630 η ολλανδική αρμάδα με 7,000 περίπου στρατιώτες κατέφτασε στις βραζιλιάνικες ακτές. Πολεμώντας με σθένος και τόλμη, ο Αρτσισέφσκι συμμετείχε στις επιτυχείς καταλήψεις των πορτογαλικών οχυρών Ολίντα και Ρεσίφε. Ως διοικητής μιας μικρής ολλανδικής μονάδας κατόρθωσε με αιφνιδιαστική επίθεση να καταλάβει το νησί Ιταμαράκα. Για την επιτυχία του αυτή, ο Αρτσισέφσκι προήχθη στον βαθμό του διοικήτη τάγματος.

Αφού συνέχισε να διακρίνεται στις συγκρούσεις κατά των Πορτογάλων, ο Αρτσισέφσκι κατάφερε με την πάροδο του χρόνου να γίνει υπαρχηγός του Διοικητή των Ολλανδικών στρατευματών στη Βραζιλία, Σιγισμούνδου φον Σκόπε (Sigismund von Schkoppe). Το 1636, διοικώντας μόλις 366 στρατιώτες, ο Πολωνός κονκισταδόρας κατέλαβε το οχυρό Οράνιε (Σάντα Κρούζ). Την ίδια τύχη είχαν και τα οχυρά στο Πόρτο Κάλβο και Ναζαρέθ, με τον Αρτσισέφσκι πλέον να κερδίζει την φήμη του «κατακτητή της Βραζιλίας», αν και στην πραγματικότητα οι Ολλανδοί είχαν υπό το έλεγχο τους, μόνο ένα μέρος των βραζιλιάνικων ακτών.

Το επόμενο έτος, οι Ολλανδοί εμπιστεύθηκαν στον τολμηρό Πολωνό τις θέσεις του Υποκυβερνήτη και Γενικού Διοικητή του Ολλανδικού Στρατεύματος στην Ολλανδική Βραζιλία. Παραδόξως η προαγωγή του Αρτσισέφσκι αποτέλεσε την άρχη του τέλους της ολλανδικής παρουσίας στην εξωτική χώρα της σάμπας. Και αυτό γιατί ο φιλόδοξος Αρτσισέφσκι ήρθε σε σύγκρουση με τον Κυβερνήτη Μαουριτς Γιοχαν φον Νασσάου-Σίγκεν (Mauritz Johan von Nassau-Siegen), ο οποίος επιθυμούσε τον απόλυτο έλεγχο σε στρατιωτικά ζητήματα, γεγονός που εξόργισε τον υφιστάμενο του. Η διαμάχη των δύο αντρών είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση του Αρτσισέφσκι από την Βραζιλία, καθώς ο φον Νασσάου δεν ήθελε εμπόδια στην προσπάθεια του να κυβερνήσει τις νέες κτήσεις των Ολλανδών.

Η φυγή του Αρτσισέφσκι είχε τελικά καταστρεπτικά αποτελέσματα για την παρουσία των Ολλανδών στις βραζιλιάνικες ακτές. Χωρίς στρατιωτική εμπειρία ο φον Νασσάου δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τους Πορτογάλους, και σταδιακά οι Ολλανδοί έχασαν τις κτήσεις τους, ώσπου το 1654 αποχώρησαν από την Βραζιλία οριστικά ηττημένοι Απογοητευμένος ο Αρτσισέφσκι επέστρεψε στην Πολωνία και έχοντας πλέον την φήμη του κονκισταδόρα, ζήτησε ακρόαση από τον Βασιλιά Βλαντύσλαβ Δ’ Βάζα (Wladyslaw IV Wasa). Αφού του δόθηκε συγχώρεση για το έγκλημα κατά του Μπζεζίνσκι, ο Αρτσίσεφσκι ανέλαβε Διοικητής του Πολωνικού πυροβολικού το 1646. Κατά την εξέγερση των αιμοβόρων Κοζάκων, ο μεσήλικας πρώην Υποκυβερνήτης της Ολλανδικής Βραζιλίας, συμμετείχε στην υπεράσπιση των πόλεων Λβωφ και Ζμπάραζ. Το 1650 απόσυρθηκε από την θέση του και έξι χρόνια αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή στο Γκντανσκ.

Αν ο Αρτσισέφκι παρέμενε στην Βραζιλία, οι Ολλανδοί ίσως να διατηρούσαν τις εκεί κτήσεις τους, και γιατί όχι, να εκδίωκαν οριστικά τους Πορτογάλους από την υπόλοιπη Βραζιλία. Αν και το εναλλακτικό σενάριο για μια σημερινή Βραζιλία, όπου οι κάτοικοι της θα μίλαγαν ολλανδικά και όχι πορτογαλικά, φαντάζει υπερβολικά αδύνατο, δεν πρέπει να αποκλειστεί η πιθανότητα να γινόταν πράξη. Σήμερα, δικαιολογημένα ο Αρτσισέφσκι θεωρείται ο πιο ξακουστός τυχοδιώκτης του 17ου αιώνα, κερδίζοντας επάξια τον χαρακτηρισμό του «Πολωνού κονκισταδόρα».

 

Πηγή ‘Polonorama’

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s