Στα μαρμαρένια αλώνια της βόρειας Ιταλίας


Στην προηγούμενη ανάρτηση είχα υποσχεθεί πως θα επανέλθω με νέα στοιχεία στο ζήτημα της συμμετοχής Στρατιωτών σε κονταρομαχίες. Να θυμίσω πως πριν λίγα χρόνια είχα αναφερθεί στο στίχο του Ζακυνθινού τροβαδούρου Τζάνε Κορωναίου, όπου φαίνεται πως στα νιάτα του ο Μερκούριος Μπούας, ο πιο διάσημος από τους Στρατιώτες, συμμετείχε σε γκιόστρες στο Ναύπλιο του 15ου αιώνα: Ρένταις και τζούστραις έπαιζε και τζάκιζε κοντάρια. Οι ‘αθλητικές’ δραστηριότητες των Στρατιωτών δεν περιορίστηκαν μόνο στον Ελληνικό χώρο. Είναι αρκετά γνωστό ότι Στρατιώτες κονταροχτυπήθηκαν πάνω στο παγωμένο Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας (Canal Grande στα Ιταλικά ή Canałasso στα Βενετσιάνικα). Ο Βενετός ιστορικός Giuseppe Tassini στα τέλη του 19ου αιώνα έγραψε (1) ότι παρούσα σε αυτή την επίδειξη ήταν η Κατερίνα Κορνάρο, η οποία εξακολουθούσε να φέρει τιμητικά τον τίτλο της Βασίλισσας της Κύπρου.

Ο πρώτος που περιέγραψε αυτή την εντυπωσιακή και ασυνήθιστη κονταρομαχία, ή μάλλον σειρά κονταρομαχιών, είναι ο Pietro Bembo, ο οποίος είναι πολύ πιθανό να ήταν και ο ίδιος ανάμεσα στους θεατές, αλλά δεν μίλησε για παρουσία της έκπτωτης βασίλισσας. Αναφέρει το γεγονός περιγράφοντας τον εξαιρετικά βαρύ χειμώνα που έπληξε τη Βενετία το 1490/91. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το Bembo μόνο Στρατιώτες – τους οποίους αποκαλεί Stratioti a cavallo στην Ιταλική και Graeci hastate equites στη Λατινική εκδοχή της Ιστορίας του – πήραν μέρος. Αξίζει να δούμε τι ακριβώς είπε (μετάφραση από το Ιταλικό κείμενο) (2):

Εκείνες τις μέρες μερικοί έφιπποι Στρατιώτες οπλισμένοι με δόρατα εφορμούσαν για σπορ ο ένας εναντίον του άλλου στο μεγάλο κανάλι της πόλης, το οποίο είναι το μόνο στο οποίο μπορούν να πλεύσουν μεγάλα εμπορικά πλοία, επειδή το νερό είχε γίνει πάγος από τη σφοδρότητα του ψύχους και είχε σκεπαστεί με χιόνι.

Αν και ο Bembo λέει πως ο πάγος άντεχε μέχρι και άμαξες, προσωπικά δεν θα συνιστούσα σε κανέναν να καλπάσει πάνω σε πάγο, είτε τον παρακολουθούσε κάποια βασίλισσα είτε όχι. Άγνωστο είναι επίσης το αν υπήρχε κάποιου είδους προστατευτικός διαχωριστικός φράχτης ώστε να αποφεύγονται οι μετωπικές συγκρούσεις των αλόγων. Αν υπήρχε ήταν σίγουρα υποτυπώδης λόγω της δυσκολίας στερέωσης πασσάλων στον πάγο. Για το κατά πόσον οι Στρατιώτες αυτοί έφεραν ή όχι πανοπλία δεν αναφέρεται επίσης τίποτα. Είναι όμως γνωστό ότι το 15ο αιώνα, και στις πρώτες τουλάχιστον δεκαετίες του 16ου, οι Στρατιώτες δεν έφεραν ατσάλινη πανοπλία και η μόνη τους προστασία απέναντι στο δόρυ του αντιπάλου ήταν συνήθως μια σχετικά μικρή ασπίδα. Ελάχιστοι διέθεταν κράνος.

Τα χειμωνιάτικα αυτά συμβάντα θα μπορούσαν να θεωρηθούν σαν κάτι που έγινε κατ’ εξαίρεση και ότι οι κονταρομαχίες των Στρατιωτών ήταν τόσο ασυνήθιστες όσο και η απίστευτη βαρυχειμωνιά. Υπάρχει όμως ένα ακόμα κείμενο εκείνης ακριβώς της εποχής, πάλι από τη βόρεια Ιταλία, που αναφέρεται σε συμμετοχή Στρατιωτών σε γκιόστρα. Στις 12 Μαΐου 1491, λίγους μόνο μήνες μετά το λιώσιμο των πάγων, ο Gasparo d’Aragona di San Severino, κύρης αρκετών κωμοπόλεων και χωριών, και κοντοτιέρος γνωστός με το παρατσούκλι Il Fracassa,  έστειλε μια επιστολή από το Μιλάνο στο Μαρκήσιο της Μάντοβα Fransesco Β΄Gonzaga. Και οι δύο άντρες ήταν πασίγνωστοι στην Ιταλία για την ανδρεία τους στη μάχη και την αγάπη τους για τις κονταρομαχίες. Ιδιαίτερα ο δεύτερος ήταν πρότυπο ιππότη της εποχής του. Όπως είναι φυσικό ο Gasparo d’Aragona ενημέρωσε το Fransesco Gonzaga για τις τελευταίες γκιόστρες στο Μιλάνο και αυτές που θα διοργανώνονταν μέσα στο επόμενο διάστημα στην περιοχή τους. Την προηγούμενη Κυριακή, δηλαδή στις 8 Μαΐου 1491, δύο stradioti είχαν βρεθεί αντιμέτωποι σε μάχη, έγραψε.

Η Brigitte Eckert είχε τη μεγάλη καλοσύνη, κατά την επίσκεψη της στη Μάντοβα, να φωτογραφήσει αυτό το έγγραφο από τη συλλογή Archivio Gonzaga στο Mantova Archivio di Stato και η Diana Gilliland Wright, που ευγενέστατα μεσολάβησε, μου έστειλε τις φωτογραφίες. Χάρη σε αυτές τις κυρίες μπορούν οι αναγνώστες του ιστολογίου να δουν ένα σημαντικό πειστήριο, με βάση το οποίο μπορούμε να υποθέσουμε πως οι πρώτες γκιόστρες Στρατιωτών στη Ζάκυνθο έγιναν στην αρχή της Βενετοκρατίας (3) αν όχι αμέσως μετά την αρχική εγκατάσταση Στρατιωτών στο νησί στα τελευταία χρόνια της δυναστείας των Τόκκο (4).

 

Domenica combat(t)e due stradioti del Illustrissimo Signor armati al modo Ibero, έγραψε ο Gasparo, αν η αντιγραφή μου είναι σωστή: Την Κυριακή μονομάχησαν δύο Στρατιώτες του Εκλαμπρότατου Αυθέντη οπλισμένοι με τον Ιβηρικό τρόπο. Εκλαμπρότατος δεν μπορεί νομίζω να εννοείται άλλος από το Δούκα του Μιλάνου Ludovico Sforza, γνωστό και σαν Il Moro. Ενδιαφέρουσα η πληροφορία ότι ο Δούκας είχε προσλάβει Στρατιώτες πριν το 1495, ήταν δηλαδή ένας από τους πρώτους ηγεμόνες που το έκαναν. Τι σημαίνει όμως οπλισμένοι με τον Ιβηρικό τρόπο;

Τα Ιβηρικά βασίλεια είχαν πραγματικά σημαντικές στρατιωτικές ιδιαιτερότητες. Όσον αφορά το ιππικό είχαν σε μεγάλο βαθμό υιοθετήσει τις πολεμικές συνήθειες των Μωαμεθανών αντιπάλων τους στο νότο της χερσονήσου. Οι συνήθειες αυτές δεν διέφεραν από αυτές των λαών της Ανατολής, Μουσουλμάνων και Χριστιανών. Διατηρούσαν μεγάλο αριθμό ελαφρών ιππέων, αποστολή των οποίων δεν ήταν τόσο η μάχη εκ παρατάξεως όσο οι αναγνωρίσεις, οι ενέδρες, οι αιφνιδιασμοί, οι βαθιές διεισδύσεις, η αδιάκοπη παρενόχληση, η καταπόνηση, η πρόκληση σύγχυσης και τελικά η διάσπαση και αποδιοργάνωση του εχθρικού μετώπου.

Στα βασίλεια Καστίλλης και Λεόν, της Αραγονίας, και της Πορτογαλίας οι ιππείς αυτοί λέγονταν Jinetes. Δεν φορούσαν πανοπλία, ίππευαν μικρόσωμα άλογα και ο βασικός τους οπλισμός ήταν ελαφρό δόρυ, ξίφος και μια σχετικά ελαφριά καρδιόσχημη ασπίδα.

Jinetes του 1492 από Ισπανικό εκκλησιαστικό ανάγλυφο

Στην πολύ γνωστή περιγραφή του Γάλλου Philippe de Commynes από τα τέλη του 15ου αιώνα με αυτούς ακριβώς τους Jinetes παρομοιάζονται οι Στρατιώτες. Αυτοί οι Estradiots είναι της ίδιας φύσης με τους Genetaires (Jinetes), έγραψε (5). Μπορούμε λοιπόν με αρκετή ασφάλεια να συμπεράνουμε πως οι Στρατιώτες του Μιλάνου κονταροχτυπήθηκαν με το συνηθισμένο οπλισμό και περιβολή, δηλαδή χωρίς πανοπλία. Το πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό, όταν καβαλάρηδες σιδερόφραχτοι από την κορφή μέχρι τα νύχια συχνά σακατεύονταν ή σκοτώνονταν στις κονταρομαχίες, είναι εύκολο να το φανταστεί κανείς. Γι αυτούς όμως τους ανθρώπους, που επιβίωναν διακινδυνεύοντας, το θράσος απέναντι στο Χάροντα δεν ξέφευγε πολύ από την καθημερινότητα. Εκείνη τη Μαγιάτικη Κυριακή φαίνεται πως βγήκαν κερδισμένοι.

——————————————————————————————–

1)  Giuseppe Tassini, Feste, spettacoli, divertimenti e piaceri degli antichi veneziani, Βενετία 1890, σ. 32. Συγκεκριμένα έγραψε:

Altra giostra, una in diverso luogo combattuta, avvenne nel 1491, al cospetto de Caterina Cornaro regina di Cipro, allorquando alcuni Stradioti, o cavalleggiere dai Veneziani in Levante, approfittando del rigido freddo che in quell’ anno aveva gelato il Canal Grande, vollero sopra del medesimo andarsi caricando a cavallo da diverse parti con lance come ne’ chiusi steccati si usava.

2)   Delle Historia Vinitiana di M. Pietro Bembo, Βενετία 1552, βιβλίο 1ο, σ. 11α.

Et in quelli medesimi giorni alcuni Stratioti a cavallo per gioco con le lancie armati corsero l’uno contra l’altro nel canal grande della cittá, per lo qual solo vanno le navi grosse essendosi, gelata l’acqua per lo gran rigore del freddo, & nevicar oui sopra.

Επίσης στο βιβλίο Pietro Bembo, History of Venice, Volume I, Books 1-4, edited and translated by Robert W. Ulery Jr., Harvard University Press, 2007 μπορεί να βρει κανείς το Λατινικό κείμενο στη σελίδα 58:

Quibus quidem diebus etiam in media latissimaque urbis via, per quam unam naves onerariaemagnae permeant, constricto glacie mari niveque superaddita, admissis per ludi speciem equis, Graeci hastate equites concurrerunt.

Και την Αγγλική μετάφραση στη σελίδα 59:

And indeed in that period, with the sea icebound and the snow covering it, horses were sent for sport onto the central and widest canal of the city, the only one through which large ships can pass, and stradiots jousted with lances there.

3)  Ο Pietro Bembo, τρεις μόλις σελίδες πριν την περιγραφή των κονταρομαχιών στο παγωμένο κανάλι, αναφέρεται στην παροχή δημόσιας γης στους Στρατιώτες του Θεόδωρου Παλαιολόγου σαν κίνητρο εγκατάστασης τους στη Ζάκυνθο.

4)  Στα 1465 – 66 κάπου 10 000 Μοραΐτες πρόσφυγες, πολλοί από αυτούς πρώην Στρατιώτες, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Ζάκυνθο μετά από συμφωνία της Βενετίας και του Λεονάρδου Τόκκο. Επίσης ένας αριθμός Στρατιωτών, υπό την αρχηγία του Νικόλαου Μπόχαλη, ήταν εγκατεστημένος στη Ζάκυνθο στα τελευταία χρόνια του Βενετοτουρκικού πολέμου 1463 – 1479.

5)  The Memoirs of Philip de Commines, Lord of Argenton, τ. 2ος, Λονδίνο 1856, σ. 201.

 

Πηγή ‘Παμπάλαια Ζακυνθινές, και μη, διαδικτυακές ανασκαφές’

Αμάχες και οχτρίες στη Ζάκυνθο


Όσες ευλογίες έχει απολαύσει η Ζάκυνθος στην ιστορική της διαδρομή άλλες τόσες κατάρες της έχουν επιφυλαχτεί: σεισμοί, πόλεμοι, πειρατεία, επιδημίες, διαφθορά και κοινωνικές αδικίες. Η κατάρα όμως που έχει, ίσως, κοστίσει περισσότερες ζωές από όλες τις άλλες μαζί, και έχει στο διάβα του χρόνου προκαλέσει φριχτά βάσανα και ανείπωτο πόνο, παραμένει πρόχειρη υποσημείωση και συχνά αγνοείται τελείως. Είναι μάλλον αναμενόμενο να ντρέπεται κανείς να ασχοληθεί με κάτι που, εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να μας επιβλήθηκε από τη φύση, τους ξένους ή την κακή μας τύχη και μόνο. Ίσως πάλι πολλοί, και μιλάω πάντα για Ζακυνθινούς περασμένων εποχών, συνηθισμένοι από γεννησιμιού τους σε αυτή την κατάσταση, τη θεωρούσαν κάτι σαν φυσικό και ανεξάλειπτο κακό. Κάτι που μπορούσε να υπερνικηθεί μόνο αν ξεπερνιόντουσαν ολότελα τα ανθρώπινα μέτρα, όπως έκανε ο προστάτης του νησιού, που άγιασε συγχωρώντας το φονιά του αδελφού του. Μιλάω βέβαια για τις πολυάριθμες βεντέτες, για αιώνες πληγή αγιάτρευτη.

Είμαι σίγουρος πως πολλοί σημερινοί Ζακυνθινοί θα σμίξουν τα φρύδια αν διαβάσουν αυτό το κείμενο. Τη βεντέτα, το γδικιωμό, μπορεί να μην τον βλέπουν σαν πράγμα πρωτάκουστο στο νησί αλλά σίγουρα, θα σκεφτούν, η Ζάκυνθος δεν είναι, δεν ήταν ποτέ, ούτε Κρήτη ούτε Μάνη. Θεωρούν εαυτούς απογόνους εύθυμων μαντσιαδόρων και καλοκάγαθων τραγουδιστάδων, και συχνά δήθεν εκλεπτυσμένων αρχόντων. Ευτυχώς μπορέσαμε και ξεχάσαμε! Η πληγή επιτέλους έκλεισε! Και τώρα μπορούμε, χωρίς φόβο και πάθος, να ξαναθυμηθούμε. Για χάρη της αλήθειας. Και κάποτε θα μπορέσουμε να καταλάβουμε και να συμφιλιωθούμε με ολόκληρο το ιστορικό μας παρελθόν.

Οι Άγγλοι του 19ου αιώνα δεν έχαναν ευκαιρία να αναφέρουν τα φονικά της Ζακύνθου. Το έκαναν κακόβουλα τις περισσότερες φορές, όχι μόνο σαν έκφραση της δικής τους υπεροψίας αλλά και για να δικαιολογήσουν το κουμάντο τους σε μια ξένη γη. Έγραψε κάποιος πως η πρώτη κουβέντα του Ζακυνθινού μετά την πρωινή καλημέρα είναι η ερώτηση ‘Ποίον εσκοτώσανε ’ψές’. Αν δεν τους χαλιναγωγήσουμε, αν δεν επιβάλλουμε την τάξη, ήταν το μόνιμο ρεφραίν, αυτοί θα αλληλοεξοντωθούνε. Και εμείς, πάντα ικανότατοι στο να διακρίνουμε το κρυμμένο συμφέρον πίσω από το ενδιαφέρον, παραμερίσαμε τα λόγια τους, ακόμα και στο δικό μας το νου, σαν διαβολή, ή τουλάχιστον υπερβολή, και δικαιολογηθήκαμε πως υπήρξε απλά μια έξαρση, λόγω της σηπόμενης Βενετοκρατίας και της χαοτικής περιόδου που ακολούθησε μέχρι να βάλουν γερά το πόδι τους στο νησί οι Βρετανοί.

Δεν ήταν δύσκολο να πείσουμε τους εαυτούς μας πως είχαμε δίκιο. Η κατάσταση είχε βελτιωθεί πολύ και εξακολουθούσε να βελτιώνεται. Το πως και το γιατί δεν μπήκαμε στον κόπο να το εξετάσουμε. Δεν έχω την πρόθεση, ούτε και τη δυνατότητα, να κάνω την απαιτούμενη ανάλυση. Στόχος μου είναι να δείξω πως στην πραγματικότητα το πρόβλημα ήταν και πολύ παλιότερο και πολύ πιο έντονο από ότι θέλουμε να πιστεύουμε. Δεν θα αποφύγω όμως τον πειρασμό να κάνω μερικές πολύ απλές παρατηρήσεις που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε γνωρίζει λίγα πράγματα για την Ιστορία της Ζακύνθου.

Οι Άγγλοι φρόντισαν, στο μέτρο του δυνατού, να αφοπλίσουν ένα πληθυσμό που ήταν παραδοσιακά οπλισμένος. Το ότι το έκαναν λόγω φόβου δεν επιδέχεται μάλλον αμφισβήτηση, αμφισβήτηση όμως δεν επιδέχεται και το ότι το φαινόμενο της βεντέτας παίρνει διαστάσεις σε κοινωνίες όπου η οπλοφορία είναι γενικευμένη. Επέβαλλαν από την αρχή δρακόντειες ποινές για όσους εγκληματούσαν, σε ένα τόπο όπου η ατιμωρησία ήταν κανόνας για αιώνες (1). Φρόντισαν ακόμη να υπάρχουν δικαστήρια όπου άρχισαν σιγά-σιγά να απευθύνονται με μηνύσεις ακόμη και τα μεσαία και κατώτερα κοινωνικά στρώματα χωρίς την ανάγκη της προσφυγής στα όπλα. Ο εναγκαλισμός του σπορ των μηνύσεων από τους ντόπιους απέκτησε με τον καιρό τόση θέρμη και διάρκεια όσο του κρίκετ από τους Κερκυραίους.

Τα μέτρα αυτά, ακόμη και μετά από μισό αιώνα Αγγλοκρατίας, δεν είχαν την ποθούμενη αποτελεσματικότητα. Αφενός μεν μισός αιώνας δεν είναι πάντα διάστημα ικανό να μεταβάλει ριζικά νοοτροπίες που είχαν επικρατήσει για πολύ περισσότερο καιρό, αφετέρου δε οι Βρετανοί δεν φρόντισαν να κόψουν ή μάλλον, για να είμαστε ακριβείς, φρόντισαν αντίθετα να αποκαταστήσουν την πιο χοντρή ρίζα του κακού: το αρχοντολόι. Το θεωρούσαν, και ήταν, στήριγμα τους αν και, η αλήθεια είναι, όχι στο βαθμό που υπήρξε στήριγμα των Βενετών. Επί Βενετοκρατίας ήταν σε μεγάλο βαθμό συνδιαχειριστές της Βενετικής εξουσίας στο νησί (2) και σαν τέτοιοι φρόντισαν να επικρατεί ατιμωρησία μαζί με το δίκαιο του ισχυροτέρου. Ταγοί μιας κοινωνίας πατριαρχικής, πολεμιστές οι ίδιοι, διοικούσαν, και αδικούσαν κατά το δοκούν, άλλους πολεμιστές. Αλάθητη συνταγή για αιματοκύλισμα αυτών που η τιμή, το ονόρε τους, ήταν καθρέφτης της τιμής του αφέντη. Μόνο μετά την Ένωση των Επτανήσων ακρωτηριάστηκε αυτή η ρίζα, και με την προοδευτική άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και την ισχυροποίηση των κρατικών δομών, μπορέσαμε να απαλλαγούμε τελικά από την κατάρα.

Φτάνοντας στον πυρήνα των γραφομένων μου επιστρατεύω μια μαρτυρία της εποχής του Ρεμπελιού, που σίγουρα θα ξενίσει αρκετούς γιατί ρίχνει ένα διαφορετικό προβολέα στους Ζακυνθινούς της Βενετοκρατίας. Προέρχεται από τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις ενός Γάλλου άρχοντα, γνωστού σε μας μόνο σαν sieur Du Loir, απρόθυμου τουρίστα στη Ζάκυνθο για ένα δεκαπενθήμερο το 1639 (3).

‘Αναγκαστήκαμε να περιμένουμε για πάνω από 15 μέρες σε αυτή την πόλη τις γαλέες του Signor Massimo Contarini και του Signor Briani, οι οποίες είχαν διαταγές να μεταφέρουν τον κύριο Πρεσβευτή στη Βενετία, επειδή είχαν ταλαιπωρηθεί από μια μεγάλη καταιγίδα στα Κύθηρα. Αυτή η παραμονή μου φάνηκε μακριά και βαρετή, επειδή δεν υπάρχει τίποτα αξιοπερίεργο στη Ζάκυνθο, αντίθετα υπάρχουν πράγματα που προκαλούν αποτροπιασμό και αγανάκτηση, όπως οι σκοτωμοί και οι συχνές δολοφονίες, που δημιουργούν θανάσιμες έχθρες μεταξύ των οικογενειών και των συγκεκριμένων Ελλήνων σε όλα τα νησιά που ανήκουν στη Δημοκρατία της Βενετίας. Αυτό το πράγμα είναι πρωτάκουστο, δεν νομίζω να υπάρχει ούτε ένας από αυτούς που να μην έχει κάποιο θανάσιμο εχθρό, και αυτό τρέφει συνέχεια στο μυαλό του την επιθυμία να τον σκοτώσει με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι παίρνουν πάντα προφυλάξεις και οπλίζονται ανάλογα, κουβαλώντας στους ώμους τους πάνω από δύο μουσκέτα, πάνοπλοι σαν να πηγαίνουν για πόλεμο. Δεν τους βλέπεις ποτέ χωρίς αλυσιδωτό θώρακα, δεν πάνε πουθενά τη νύχτα χωρίς σιδερένιο κράνος στο κεφάλι τους, και οποιαδήποτε στιγμή είναι ζωσμένοι πιστόλια και μαχαίρια, και επιπλέον μια ασπίδα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια για να τους προφυλάσσει από τα χτυπήματα. Παρόλα αυτά τα όπλα, που είναι αυτά της πόλης (γιατί στην ύπαιθρο χρησιμοποιούν περισσότερα), ποτέ δεν επιτίθενται σε κάποιον χωρίς να βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση, και περνάνε τη ζωή τους αναζητώντας την ευκαιρία, οπουδήποτε, χωρίς να σέβονται ακόμα και τους ιερούς χώρους. Ακούς για σκοτεινές πράξεις, που δεν μπορεί να τις συλλάβει η φαντασία, οι οποίες για να συγχωρεθούν απλώς πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη και ζητάνε χάρη από το Βάιλο, ο οποίος αντιπροσωπεύει τη Βενετία, επειδή μπορεί να τους απαλλάξει ολοκληρωτικά από οποιοδήποτε έγκλημα. Με αυτή την επιείκεια η Βενετία κρατάει τους υπηκόους της, γιατί στ’ αλήθεια δεν νομίζω πως αν τιμωρούσε όλους τους ενόχους θα της έμενε κανένας.’

Η συνταρακτική αυτή περιγραφή μπορεί να μην αποδίδει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι – ποιός άλλωστε θα είχε τέτοια απαίτηση από έναν περαστικό – δεν παραλείπει όμως να συνδέσει το φαινόμενο με τη Βενετική εξουσία, αφού παρατηρείται σε όλες τις νησιωτικές κτήσεις της Γαληνοτάτης χωρίς να γίνεται αναφορά στις Οθωμανικές περιοχές της Ελλάδας, αρκετές από τις οποίες διέσχισε ο sieur Du Loir. Αναφέρει μάλιστα την πλήρη ατιμωρησία, την οποία βέβαια, όπως μπορεί να αντιληφθεί ο καθένας, απολάμβαναν κυρίως αυτοί που είχαν πρόσβαση στους Βενετσιάνικους μηχανισμούς εξουσίας και οι μπράβοι που ενεργούσαν για λογαριασμό τους.

Αξίζει ακόμα να επισημάνουμε πως ο Du Loir αναφέρεται σε ένα μόνο από τα φαινόμενα βίας που μάστιζαν τις Βενετικές κτήσεις της εποχής. Το άλλο, δηλαδή τις άτυπες μονομαχίες, δεν το αναφέρει, όχι επειδή δεν το πληροφορήθηκε ή δεν έπεσε κατά κάποιο τρόπο στην αντίληψη του αλλά επειδή πιθανότατα δεν του έκανε εντύπωση. Οι συχνότατες μονομαχίες των Επτανήσιων έμοιαζαν με ένοπλες συμπλοκές, επειδή γίνονταν εν βρασμώ, δηλαδή αμέσως μετά την εκδήλωση της αιτίας – συνήθως κάποιας προσβολής – και χωρίς καμιά επισημότητα. Ήταν όμως αναμετρήσεις επί ίσοις όροις και μπροστά σε θεατές. Αντίθετα με πολλές από τις επίσημες αναμετρήσεις των Δυτικοευρωπαίων σπάνια η κατάληξη ήταν η απώλεια ανθρώπινης ζωής. Οι Επτανησιακές μονομαχίες σταματούσαν μόλις χυνόταν το πρώτο αίμα, έτσι φαίνεται τουλάχιστον από όσα στοιχεία έχουν δημοσιευτεί μέχρι τώρα (4).

Αν και οι μονομαχίες αυτές γίνονταν για λόγους τιμής η ήττα αποτελούσε μόνο προσωπική ταπείνωση και όχι οικογενειακή ατίμωση. Δεν δικαιολογούσαν από μόνες τους την έναρξη βεντέτας. Ήταν η επίθεση που γινόταν κάτω από άνισους όρους, ή έδινε την εντύπωση ότι είχε γίνει κάτω από άνισους όρους, για παράδειγμα λόγω έλλειψης μαρτύρων, που δημιουργούσε τις συνθήκες έναρξης γενικευμένου αλληλοσκοτωμού των συγγενών. Μια τέτοια επίθεση κατανάγκαζε τους συγγενείς σε υποχρέωση αυτοδικίας, ή κατ’ ελάχιστο στο φόνο κάποιου συγγενή του φταίχτη επειδή η υπόθεση είχε πλέον ξεφύγει από τα όρια του προσωπικού και ήταν υπόθεση οικογενειακή. Ταυτόχρονα κάθε σκέψη ‘τίμιας’ αναμέτρησης χανόταν αφού η αρχική συμπλοκή δεν πιστευόταν ότι ήταν τέτοια. Σκοπός πλέον ήταν ο φόνος με οποιοδήποτε μέσο αφού η μη επιδίωξη του σήμαινε οικογενειακή ατίμωση και ο καταναγκασμός ήταν τόσο ισχυρός που ακόμη και η θρησκεία δεν αποτελούσε εμπόδιο. Άλλωστε, στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, που κατά κανόνα ήταν τελείως απαίδευτοι, εφόσον κατάφερναν να σκοτώσουν χωρίς να σκοτωθούν η άφεση αμαρτιών ήταν εγγυημένη από κάποιο συγγενή τους παπά.

Αυτά βέβαια δεν τα γνώριζε ο Du Loir και, μέσα στην κατάπληξη που του προκάλεσε το φαινόμενο, υπαινίσσεται δειλία. Η βεντέτα όμως δεν ήταν συνυφασμένη με την έλλειψη θάρρους και κανείς στη Ζάκυνθο εκείνου του καιρού δεν θα διανοούνταν κάτι τέτοιο. Η ελάχιστη έστω σύνδεση της βεντέτας με δειλία θα είχε εξαφανίσει το φαινόμενο από τα γεννοφάσκια του αφού η τιμή της οικογένειας ήταν άρρηκτα δεμένη με τον απόλυτο ανδρισμό των αρσενικών της μελών. Μια από τις σχετικά πρόσφατες περιπτώσεις, για την οποία έχουμε την τύχη να έχουν διασωθεί κάποιες λεπτομέρειες, το επιβεβαιώνει.

Ο Βερνάρδος Λεφτάκης ήταν υπεύθυνος του σκάφους της Σανιτάς (Υγιειονομείου) και γνωστός σαν άνθρωπος του Κωνσταντίνου Λομβάρδου (5). Μια μέρα, λίγο μετά την Ένωση, συνόδευε το Λομβάρδο σε κάποια περιοδεία στην ύπαιθρο όταν τον πρόλαβε η είδηση ότι ο μικρότερος αδελφός του είχε σκοτωθεί από κάποιον. Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν επρόκειτο για έντιμη αναμέτρηση αλλά για δολοφονία, κατέβηκε στη Χώρα και πήγε στην Αστυνομία, όπου υπηρετούσε ο αδελφός του φονιά. Μπροστά στον ενωμοτάρχη και δύο άλλους αστυνομικούς τον πυροβόλησε στο κεφάλι, τον μαχαίρωσε στην καρδιά και μετά διέφυγε αφήνοντας τους παριστάμενους αποσβολωμένους. Δεν βρέθηκε παρά το ανθρωποκυνηγητό που ακολούθησε και πιστευόταν ότι τον φυγάδευσε ο ισχυρός προστάτης του.

Αυτά αναφέρονται μόνο για να ανασκευαστεί η λανθασμένη εντύπωση του Du Loir και χωρίς την παραμικρή διάθεση ηρωοποίησης κανενός. Ο γράφων δεν θα μπορούσε παρά να αισθάνεται βαθειά την παράνοια που οδηγούσε σε τέτοιες πράξεις αφού έλκει μεγάλο μέρος της καταγωγής του από δύο σόγια που αλληλοσκοτώνονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα με κάποια ξεχασμένη πια αφορμή. Η καταγωγή αυτή του γράφοντος είναι σχετικά πρόσφατη και ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα αλλά οι δύο οικογένειες είχαν ήδη συνυπάρξει σαν γείτονες για 300 χρόνια πριν την έναρξη της αλληλοσφαγής. Πρέπει λοιπόν να είχαν προηγουμένως συμπεθεριάσει ουκ ολίγες φορές αφού και η κοινωνική τους θέση ήταν περίπου ίδια. Σκοτώνονταν δηλαδή άνθρωποι που όχι μόνο δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και δεν είχαν ποτέ βλάψει ή προσβάλλει ο ένας τον άλλο αλλά και που συχνά συνδέονταν με δεσμούς συγγένειας.

Όσο όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ήρωες άλλο τόσο δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κοινοί δολοφόνοι. Ήταν, το δίχως άλλο, άνθρωποι βίαιοι, σε μια κοινωνία όμως όπου η βία δεν ήταν απλώς ανεκτή∙ ήταν απαραίτητη, και κατά συνέπεια επαινετή, τόσο λόγω εξωτερικών απειλών όσο και διαφορών ή συγκρούσεων εσωτερικά, για τις οποίες δεν υπήρχε ουσιαστικά προσβάσιμο πλαίσιο δίκαιης λύσης, ή έστω συμβιβασμού, χωρίς αξιόπιστη δυνατότητα βίαιης αντίδρασης της αδικημένης πλευράς. Με δεδομένες μάλιστα τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες ο μέσος Ζακυνθινός δεν μπορούσε να σταθεί μόνος του και ήταν απαραίτητη η ενεργή – συχνά ένοπλη – υποστήριξη είτε κάποιου πάτρωνα είτε της ευρύτερης οικογένειας. Η διατήρηση της οικογενειακής τιμής, χωρίς να παραγνωρίζεται ο ρόλος της επιθυμίας εκδίκησης, δεν ήταν παρά η μασκαρεμένη ανάγκη διατήρησης των κεκτημένων της οικογένειας συνολικά, κάτι που για τα φτωχότερα στρώματα ήταν πολλές φορές όρος επιβίωσης.

Ο μόνος δίκαιος τρόπος θεώρησης αυτών των ανθρώπων είναι σαν θύματα, στη μεγάλη τους πλειοψηφία τουλάχιστον. Πίστευαν ακράδαντα πως το μίσος ήταν γι αυτούς ιερή υποχρέωση, το αίμα, ξένο ή δικό τους, προσφορά στα αγαπημένα τους πρόσωπα, το έγκλημα μοναδικός τρόπος να αντικρίσουν την κοινωνία με το κεφάλι ψηλά. Όπως θύματα ήταν και όλοι όσοι με το ένα ή τον άλλο τρόπο αγγίχτηκαν από το μίασμα. Δύσκολο για μας να αποδεχτούμε θύματα χωρίς θύτες σε τραγωδίες άγραφτες που παίχτηκαν δυο χιλιετίες μετά το θάνατο των μεγάλων τραγωδών. Θα πρότεινα όμως στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη να διαβάσει τη με περισσή ευαισθησία και βαθειά ενσυναίσθηση θύμηση της Διονυσίας Μούσουρα – Τσουκαλά ‘Δύο τα θύματα’ (6). Επίσης την έρευνα ‘Οι ερειπωμένες μνήμες δεν ησυχάζουν∙ ως πότε θα περιφέρουν τη σιωπή τους; Νικόλαος, ιερεύς ο Κεφαλληνός’ του Τάκη Κεφαλληνού, ενός ανθρώπου που η ζωή του σημαδεύτηκε από αυτή την κατάρα (7). Τέλος, αναλογιστείτε αν θέλετε, σαν προσευχή, τον πόνο τόσων μανάδων που ανατρέφανε γιούς προορισμένους να σκοτώσουν ή να σκοτωθούνε∙ την αγωνία τους όταν τους περιμένανε να γυρίσουν τα βράδια μέσα από τους ίσκιους που άπλωνε το φεγγάρι ή το που έφτανε η ψυχή τους όταν ακούγανε μακρινό πυροβολισμό. Ίσως να είναι κομμάτι και από τη δική σας οικογενειακή ιστορία.

 

———————————————————————————–

1) Η έλλειψη δικαιοσύνης και η ατιμωρησία είναι πολύ παλιά και πηγαίνει πίσω στις αρχές της Βενετοκρατίας, χωρίς να ισχυρίζομαι ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα στην προ-Βενετική εποχή ή στο Δεσποτάτο του Μοριά, από όπου είχαν προέρθει πολλές από τις οικογένειες του νησιού. Ένα τμήμα της αναφοράς του πρεβεδούρου Gabriel Elmo το 1580 [βλέπε Οι Αναφορές των Βενετών Προβλεπτών της Ζακύνθου (16ος – 18ος αι.), Βενετία 2000, σελ. 95, του Δημήτρη Αρβανιτάκη] είναι αρκετά διαφωτιστικό για την κατάσταση το 16ο αιώνα.

2) Δ. Αρβανιτάκης, Οι Αναφορές, Εισαγωγή.

3) Les voyages du sieur Du Loir, Παρίσι 1654, σσ. 353 – 355.

‘Le soir ie croyois que nous deussions aller coucher à Castel Tornese, mais Monsieur l’Ambassadeur ayant eu aduis que les Fregates de la Republique qui deuoient le prendre pour Ie mener au Zante estoient au riuage de la Mer, nous allasmes y camper & le lendemain nous passasmes au Zante en trois ou quatre heures de temps. Il sallut attendre dans cette Isle plus de 15. iours les Galeres du Signor Maximo Contarini, & du Signor Briani qui auoient ordre de porter Mr L’ Ambassadeur à Venise, par ce qu’elles auoient esté battues d’vne rude tempeste vers les Cerigues. Ce seiour nous sembla long & estoir ennuyeux,n’y ayant rien dans le Zante digne de curiosité : mais plutost beaucoup de choses qui donnent de l’horreur & de l’indignation, qui sont les meurtres & les assassinats que cause la mortelle, haine des familles & des particuliers Grecs en toutes les Isles suiettes à la domination de Venise; lamais vous n’auez entendu parler de pareille chose, ie ne crois pas qu’il y en ait vn parmy eux qui n’ait quelque ennemy mortel, & qui ne nourrisse continuellement dans l’ame le dessein de le tuer à la premiere occasion. Aussi sont – ils tousiours sur leurs gardes, & ils vont tellement armez qu’il ne leur marque plus que deux petite coulevrines sur les espaules, pour auoir un attirail de guerre complet. Ils ne sont iamais sans chemisette de mailles, ils ne vont point la nuit sans auoir un pot de fer en teste, & a toute heure vous trouuerez autour de la ceinture de leur haut de chausses pour le moins autant de Pistolets & de poignards qu’on y porte d’eguillettes en France , & de plus pour parer les coups, ils ont encore une targue qui les couure depuis les pieds iusques à la teste. Auec toutes ces armes qui ne sont que de Ville, (car il en faut bien d’autres pour la campagne) iamais ils n’attaquent vn homme qu’a leur aduantage, & ils passent toute leur vie a chercher l’occasion de le trouuer , en quelque lieu que ce puisse estre sans auoir mes me respect pour les sacres. Vous n’entendez parler que d’actions plus noires que l’imagination n’en scauroit conceuoir, & pour en estre absous, ils n’ont qu’à s’en aller à ConstantinopIe, & en demander l’abolition au Baïle, qui y reside pour Venise, parce qu’il à pouuoir de leur donner vne indulgence pleniere pour toute sorte de crime. C’est auec cette clemence que la Republique de Venise conserue ses suiets; car en verité ie ne croy pas que si elle faisoit lustice à tous les coupables, il luy enrestat vn innocent.’

4) Thomas W Gallant, Honor, Masculinity, and Ritual Knife Fighting in Nineteenth-Century Greece, American Historical Review, Απρίλιος 2000, σσ. 359 – 382. Τα στοιχεία αντλούνται κυρίως από την Κέρκυρα και την Κεφαλονιά επειδή τα αρχεία της Ζακύνθου έχουν καταστραφεί. Συγκρίνοντας στατιστικά στοιχεία από το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα που έχει δημοσιεύσει ο ίδιος αλλού, καθώς και από αφηγήσεις ξένων, η κατάσταση στη Ζάκυνθο ήταν πολύ χειρότερη από τα άλλα νησιά.

5) Βλέπε προηγούμενο.

6) Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Νυχθημερόν στις 4 Μαΐου 2012 http://www.nyxthimeron.com/2012/05/blog-post_04.html

 

7) Δημοσιεύτηκε στις Επιλογές της εφημερίδας Ερμής Ζακύνθου σε δύο τμήματα στις 17 και 24 Φεβρουαρίου 2012. Επίσης στο http://www.parathemata.com/2012/02/blog-post_18.html στις 18 Φεβρουαρίου 2012.

Πηγή ‘Παμπάλαια Ζακυνθινές, και μη, διαδικτυακές ανασκαφές’

Pammachon, A New Sport Once Again in 2014


 

Pammachon in Hellenic antiquity was a sport during the Roman era, distinct and separate from Pankration as identified by ten historic references to date.

The oldest reference is papyrus letter SB 3.6222, eloquently translated by Ms.Sofie Remijsen of Leuven University in her article Pammachon, A New Sport (The Bulletin of the American Society of Papyrologists 47 (2010) 185-204)). In this letter, a man called Dios writes to his sister to tell her how he competed, and won, in athletic Pammachon games held before the Emperor in Alexandria in March 302 C.E. Dios writes: “I was at first paired up to do pankration and had bad luck, as I do not know how to do pankration. So I challenged the five (other athletes) to do pammachon.”

SB 3.6222 is the earliest attestation of pammachon as a separate sport, distinct from pankration. This interpretation is confirmed by ILS 5164, an honorary inscription from AD 375-378 for the athlete Philoumenos, who had obtained victories in four different events: pammachon, wrestling, pankration, and boxing. Also in the fourth century, Eusebius compared a martyr to a victor in the sacred games, victorious in the pammachon. As this passage does not go back to agonistic poetry and was written in a century when pammachon was attested to as a separate sport, one may assume that Eusebius also referred to Pammachon itself and not pankration. The athletes doing pammachon were not called pammachoi, but pammacharii with the Latin ending -arius typical of professions. Pammacharii figure in six texts from the fourth and fifth centuries.  The anonymous author of the Expositio totius mundi mentioned them in his description of the entertainment sector in Syria.  In a story of the Apophthegmata, an officer helped a group of pammacharii on their way to Constantinople to get a boat from the governor.  In another story, an old hermit compares a Christian fighting evil with a pammacharius fighting two adversaries.  Saint Jerome mentions pammacharii as a type of athlete, besides runners and those who throw the discus.  Firmicus Maternus and Pseudo-Teuchros tell which position of the stars makes pammacharii. The lexicon of Hesychius, mentioning pammachon in the lemma about Cypriotic wrestling, brings the total number of sources on this sport to ten. (Note: Hesychius makes a point of calling the Pammachon practiced in Cyprus “barbaric.”)

In the context of the International Pammachon Union (ΔΕΠ), it was our intention to revive Pammachon as a martial art and close quarter combat, given that such training had survived in Greece until World War Two. In 2010 Sofie Remijsen provided the final confirmation for something that we had suspected all along: that Pammachon was also a separate sport in ancient times (much like the German “fechten” meant “close quarter combat” in the Middle Ages and “fencing” today).

One of my personal chief concerns with the proliferation of Mixed Martial Arts was the evident tactical weak points combat sports displayed with regard to the training of military personnel and police in close quarter combat; these concerns were unfortunately verified through the travails of the US Army Combatives program, and the inevitable capitulation announced in 2010 by senior officers whereby they admitted the program needed to be revised. Pammachon as a sport is now under the aegis of the Hellenic Federation of Pankration Athlima (ΕΟΠΑ). It remains our concern as to how combat sports can be structured to better prepare military personnel for close quarter combat and weapons retention, and police officers for the submission and control of hostile perpetrators who may be bearing a concealed weapon. We are, therefore, as of Monday September 1st 2014, reintroducing pammachon as a separate sport for competitors of Mixed Martial Arts and pankration under the aegis of the Hellenic Federation of Pankration Athlima.

A detailed set of rules is presented in the specified attachment. The distinctions from the Mixed Martial Arts or pankration matches you are used to are as follows:

1. Any strike to the body is acceptable within the parameters of allowable and prohibited strikes. As Pammachon contests are meant to simulate hand to hand combat, however, and a high incidence of injury to the hand (boxer’s fractures, human bites) is recorded as the result of punches to the head and face during altercations,  strikes to the head and face are thereby restricted to “one per phase.” Only one strike to the head or face is allowed when standing per round, and one strike when the contestants go to the ground per round. A “phase” is defined when both participants are in the standing position, or not (i.e. in the ground position).

2. Natural weapons. The teeth are natural weapons. Any position or technique that allows a contestant’s teeth near a point of vulnerability shall result in a “break in action” (the referee will call “Don’t Move”) and contestants shall be placed by the referee once again in a previous point in the sequence of events, i.e. positions that place the contestants at simulated risk from potential biting will be discouraged.

3. Participants shall use soft “rubber” training blades (i.e. made of Santoprene or equivalent materials) that mold to the body and bend. “Hard” plastic or metallic knives are forbidden. Rubber weapon length will not exceed 14 inches.

4. Contestants shall wear a white or blue jujutsu/judo belt based on their respective corners’ color, and wrapped in such a manner as to retain their rubber knives tight against the body, one blade per contestant. Rubber blades may also be worn on the contestant’s calf, secured with blue or white bandages based on the contestant’s corner color.

5. Rubber blades may not be drawn until contestants enter into a standing clinch, grapple, throw, or go to the ground. Rubber blades may not be used when contestants are in “boxing” or “kicking” range in the standing position. Pammachon is not a fencing match or blade duel but is intended to simulate the use of hidden weapons in close quarter combat within grappling range.

6. A contestant’s rubber blade may not be drawn by his opponent, but may be turned against an opponent following a disarm when he has drawn the blade himself.

7. In case that a participant is able to draw his rubber knife (or take his opponent’s weapon or turn the opponent’s weapon against him) and successfully strike once at designated fatal targets, or strike twice at designated “wound” targets, in accord with ΔΕΠ criteria and regulations, the fight is considered a TKO. Fatal targets requiring only one strike with the rubber weapon are the neck, clavicle, torso centerline immediately below the sternum, lower abdomen centerline, kidney region, and groin area. Wound targets (requiring two strikes) are anywhere else on the torso, the axillary region (the armpit) up to mid-bicep, the inner wrist, and the inner femoral region up to mid-thigh. If a wound target is struck only once before the weapon is turned or retained, the attacker is awarded three (3) points but the round continues.

8. The head and face may not be struck with the rubber knife at any time, and such violation is cause for immediate disqualification.

9. Dropped weapons. Any weapon that has fallen to the ground may be used by any contestant.

It is hoped that Pammachon, once again as a “New Sport” as Ms. Remijsen called it, will capture the imagination of athletes worldwide who are either military personnel, policemen, or security officers, and who thus run the risk of actually having to face concealed weapons in the course of their duties. Rules will be revised in the future to allow similar competitions for younger athletes. The International Pammachon Union and the Hellenic Federation of Pankration Athlima will provide training, certification, and sponsorship for any affiliated instructors and athletes who wish to participate in or promote Pammachon competitions. We hope that such training will play a small part in protecting the health and safety of people around the world.

Sincerely,

Kostas Dervenis

President
International Pammachon Union
Pammachon Branch, Hellenic Federation of Pankration Athlima

https://www.facebook.com/download/272216742979329/Amateur%20Pammachon%20Rules.pdf