Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΠΥΡΓΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΜΑΝΗΣ


Μάνη - Κάστρο Ζαρνάτας

.

.

Στο μεσοδιάστημα που μεσολάβησε ως την έναρξη τής ηγεμονίας τού Τζανέτμπεη Γρηγοράκη, διαδραματίστηκαν στη Μάνη σημαντικά γεγονότα.

Πρώτα – πρώτα είχε αρχίσει ήδη από το 1779 η εκκαθάρισις τής Πελοποννήσου από τους τουρκαλβανούς οι οποίοι χωρίς καμμία διάκριση είχαν αρχίσει να εκβιάζουν και να ληστεύουν και τους τούρκους τους ίδιους.

Για την εξόντωσή τους έστειλε τότε ο Σουλτάνος τον περίφημο Καπουδάν πασά Χασάν Τζελαϊδή που ήταν και Βεζύρης και τώρα Βαλεσής και Σερασκέρης τής Ρούμελης με στρατό και με στόλο. Όταν έφθασε στο Ναύπλιο ο Χασάν πασάς, έστειλε μήνυμα στους τουρκαρβανίτες να φύγουν αμέσως από το Μοριά. Μόνο οι Τσάμηδες τον άκουσαν κι έφυγαν.

Οι άλλοι, κάπου 7.000, αρνήθηκαν να υπακούσουν στη διαταγή του. Τότε ο Χασάν πασάς, ζήτησε την συνδρομή και τών Ελλήνων κλεφταρματολών τής Πελοποννήσου πού έφταναν τις 5.000. Όλοι δέχτηκαν να τον βοηθήσουν και μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα οι τουρκαρβανίτες είχαν εξοντωθεί. Η σφαγή τους υπήρξε ανεπανάληπτο γεγονός και ο Χασάν πασάς με τα κεφάλια τους, έστησε μέσα στη Τριπολιτσά μακάβρια πυραμίδα.

Φυσικά μετά την εξόντωση τών τουρκαρβανιτών, ο Σερασκέρης δεν χρειαζόταν πια τη «συμμαχία» με τους κλεφταρματολούς. Σκέφτηκε πώς θα έπρεπε να απαλλαγεί και απ’ αυτούς. Έτσι, το 1780 κατέπλευσε στο λιμάνι τού Γυθείου (Μαραθωνήσι). Είχε μαζί του μεγάλο ασκέρι και στόλο. Μανιάτμπεης ήταν ακόμη ο Μιχάλμπεης Τρουπάκης.

Χωρίς να χάση καιρό, κάλεσε ο Σερασκέρης τους δυο φημισμένους αρχικλέφτες τής Μάνης και του Ταΰγετου, Κωνσταντίνο Κολοκοτρώνη και Παναγιώταρο Βενετσανάκη, να τού δηλώσουν υποταγή και να τον «προσκυνήσουν».

Οι θρυλικοί κλεφταρματολοί, ήταν οχυρωμένοι με τις οικογένειές τους και τα παλικάρια τους μέσα στους πύργους τους στη Καστάνια της Μάνης.

Από εκεί έκαναν εφόδους κι είχαν γίνει ο φόβος και ο τρόμος τών τούρκων στα σύνορα τής Μάνης και στις περιοχές τής Λακωνίας. Μόλις ήρθε το μήνυμα τής υποταγής από το Χασάν πασά, κάλεσαν σε συναγερμό τους καπετάνιους τής Δυτικής (αποσκιαδερής) Μάνης και με 150 παλικάρια τους κλείστηκαν και ταμπουρώθηκαν στους πύργους τους.

Εδώ οι υπερήφανοι κλέφτες τής Μάνης, έγραψαν σελίδες άφταστου ηρωισμού. Κάπου 10.000 τούρκοι με πυροβολικό έχοντας και τη σύμπραξη των τουρκομπαρδουνιωτών, άρχισαν να τους πολιορκούν. Ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης και ο Παναγιώταρος Βενετσανάκης, αντιστάθηκαν δώδεκα μερόνυχτα.

Οι ενισχύσεις όμως που περίμεναν δεν ήρθαν γιατί είχαν κλείσει τους δρόμους οι τούρκοι ή το πιο πιθανό γιατί ο Παναγιώταρος δεν είχε συμπάθειες ανάμεσα στους καπετάνιους τής Μάνης, εξαιτίας τής υπεροπτικής και ανυπότακτης συμπεριφοράς του. Αλλά και ο καπετάνιος τής Ανατολικής (Προσηλιακής Μάνης) Τζανέτος Καπετανάκης Γρηγοράκης — ο κατοπινός Τζανέτμπεης Γρηγοράκης — αρνήθηκε να τους βοηθήσει παρ’ όλο που είχε συγγενικό δεσμό με τον Παναγιώταρο, γιατί είχε δυσαρεστηθεί μαζί του. Ο Παναγιώταρος άλλωστε δεν δεχόταν διαταγές από τους Γρηγοράκηδες.

Στην απελπισμένη έξοδο πού επιχείρησαν πολεμώντας με τα γιαταγάνια στο χέρι οι ηρωικοί κλέφτες, έγινε μεγάλος χαλασμός. Οι εχθροί γύρω τους ήταν χιλιάδες και στο πεδίο τής μάχης έπεσαν οι περισσότεροι και μαζί τους οι δύο αρχηγοί.

Μεταξύ εκείνων πού σώθηκαν ήταν και η γυναίκα τού Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνη, που ντυμένη αντρικά και παλεύοντας με ακατάβλητο θάρρος, κατάφερε να σωθεί και να σώσει από τα έξι παιδιά της, μια κόρη της και το μικρότερο γιο της.

Ο μικρός γιος που σώθηκε από τη σφαγή στη Καστάνια ήταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο μεγάλος «γέρος του Μοριά». Ο ίδιος στα απομνημονεύματά του, διηγείται την επική μάχη τών Πύργων στη Καστάνια με τα απλά και απέριττα λόγια του:

.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Θεοδώρου Κολοκοτρώνη – περιγραφὴ τῆς μάχης

.

«Ησύχασεν η Πελοπόννησος.  Εκατέβη ο ίδιος ο Καπετάμπεης και χάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρον Βενετσανάκην. Ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθονήσι τα στρατεύματα στερεάς και θαλάσσης. Η Καστάνιτσα αποικία, όπου ήτον ο Κολοκοτρώνης κι ο Παναγιώταρος, έξι ώρας μακράν από το Μαραθονήσι.

Έρχοντας η αρμάδα, ο Παναγιώταρος, ως Μανιάτης, επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτας, και οι Μανιάτες υποσχέθηκαν ότι πάνε βοήθεια και ο δραγουμάνος ο Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη Μπέη και για να τον κάμη Μπέη αλικώτησε την βοήθεια και επήρε το κάστρο. Επήγε το ασκέρι 14.000, και τους επολιόρκησε.

Μία ώρα στράτα αλάργα έστησε το ορδί. Έστειλεν ο Σερασκέρης Αλήμπεης ένα γράμμα για να προσκυνήσουν και να του δώσουν ενέχυρα ένα παιδί ο ένας και ένα ο άλλος, και να τραβήξη χέρι από δαύτους, αυτοί απεκρίθηκαν: ‘’Δεν προσκυνούμε, θέλομε πόλεμο και οποίος μείνη νικημένος ας προσκύνηση’’. Αυτός ήλπιζε από την Μάνην βοήθεια. Τους πολιόρκησαν τα τούρκικα στρατεύματα, έβγαλαν κανόνια και βόμβαις, τους πολεμούσαν ήμερα καί νύκτα ούτε οι βόμβαις τους έκαναν φόβον ούτε τα κανόνια, όμως επολέμησαν δώδεκα ημέραις και δώδεκα νύκτες με ανδρεία και γενναιότητα.

Όταν είδαν ότι βοήθεια δεν έρχεται, απεφάσισαν να φύγουν από τους πύργους. Οι πύργοι ήτον δύο, και ο ένας ήταν του πατέρα τού Παναγιώταρου και ο άλλος τού πατέρα μου και τού Παναγιώταρου· ο πατέρας τού Παναγιώταρου ήτον 80 ετών, ως και η μητέρα του, και μην ημπορώντας να φύγουν εις το γιουρούσι, με τα άλλα γυναικόπαιδα, είπε τού Παναγιώταρου και πατέρα μου· «βάλτε φωτιά στους άλλους πύργους, εγώ μένω εδώ’ έμεινε μ’ ένα δούλο και με την γυναίκα του και μία δούλα με σκοπόν να πολεμήση ελπίζοντας να έλθη βοήθεια από τα παιδιά του έπειτα. Ο πόλεμος του ήτον με τον δούλον, η τέχνη του μεγάλη·είχε φυτίλι να γυρίση μαζί με τους Τούρκους.

Αυτοί που επολεμούσαν μέσα έπεσαν εις το ορδί τού Σερασκέρη, με τα σπαθιά εις το χέρι, μόνον τρεις εσκοτώθησαν άνδρες, και μέρος γυναίκες, και έμειναν πολλά παιδιά σκλάβοι· και έτσι έμειναν δύο αδέλφια μου σκλάβοι, το ένα τριών χρόνων και το άλλο ενός, άλλα δύο εσκλαβώθηκαν, και έπειτα ελευθερώθηκαν. Όταν έκαμαν το γιουρούσι, έπιασαν τα βουνά οι τούρκοι δια νυκτός εβασίλευε το φεγγάρι εις την μέσην νύκτα, και βασιλεύοντας το φεγγάρι εβγήκαν νύκτα μικρή και δεν έλαβαν καιρόν να φύγουν κατά την Μάνη· επήγαν εις τους λόγκους κ’ επήρε ημέρα. Τον Παναγιώταρον ζωντανόν τον έπιασαν και έπειτα τον εσκότωσαν οι Μπαρδουνιώταις.

Ο πατέρας μου εσκοτώθηκε με δύο του αδέλφια, Αποστόλη και Γεώργη, ο ένας εις τον λόγκον, ο άλλος μοναχός του, διατί ελαβώθηκε’ εγλύτωσεν ένας μπάρμπας μου, Αναγνώστης, ο από τους κλεισμένους τέσσαρους αδελφούς Κολοκοτρώνη. Εγώ, η μάννα μου, η αδελφή μου εγλύτωσαν με τα παλληκάρια του πατέρα μου. Εις το γιουρούσι ελαβώθηκε με σπαθί ο Κωσταντής Κολοκοτρώνης, και με προδοσία ενός τούρκου φίλου εσκοτώθηκε, δεν εφάνη το κεφάλι του, οι φονείς του τον εσκότωσαν και τον έκρυψαν δια το βίο του.

Όσα είχεν απάνω του, σε τρία χρόνια τον ξέθαψαν τον Κολοκοτρώνη Κωσταντή, από το μικρό δάκτυλο τον γνώρισαν οπού είχε γυρισμένο από μία σπαθιά τουρκική·τον είχαν κρύψει εις μία τρούπα τής “Αρνης καί Κοτζατίνας’’ τον έθαψαν έπειτα εις την Μηλιά.

Ήτον μελαψώτερος, μονοκόκκαλος, δυνατός, ογλήγορος, με ένα καθάριο άτι δεν τον έπιανες, 33 χρόνων, μέτριος, μαυρομμάτης, λιγνός· οι Αρβανίται τον είχαν τόσο τρομάξει που έκαμναν όρκον: να μην γλυτώσω από του Κολοκοτρώνη το σπαθί. 700 μπουλουκτζίδαις εσκότωσε πριν.

Ο Παναγιώταρος ήτον γίγαντας, νέος, μαύρα μαλλιά, «σόϊ άνθρωπος» άσπρος, 37-38 χρόνων. Εις την Ανδρούσαν εσκοτώθη ο γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, έπειτα τον εκδίκησε ο υιός του. Ο γέρο Γιάννης Κολοκοτρώνης, του έκοψαν χέρι και πόδια και τον εκρέμασαν.

Ο γέρων πατέρας του Παναγιώταρου επολέμαε από τον πύργον και εμαρτύρησε το φυτίλι ο δούλος που επροσκύνησε, και τον γέροντα τον έπιασαν ζωντανό. Ο Καπετάμπεης ερώταε: διατί δεν προσκυνάει: ‘’Τώρα προσκυνώ, προσκυνημένο κεφάλι δεν κόβεται’’. Του έκοψαν χέρι και πόδια, τον κατράμισαν».

O ένδοξος θάνατος τών Κολοκοτρώνηδων και τών Βενετσανάκηδων και τών άλλων κλεφτών τής Μάνης, έγινε δημοτικό τραγούδι:

 .

Τ’ έχουν τής Μάνης τα βουνά όπου είναι βουρκωμένα;

Καν o βοριάς τα βάρεσε, καν η νοτιά τα πήρε.

Μηδέ νοτιά τα βάρεσε, μηδ’ δ βοριάς τα πήρε,

Παλεύει o καπετάν πασιάς με τον Κολοκοτρώνη.

Στεριά παλεύει o Αλήμπεης μ’ άρματα τού πελάγου,

Στην Άρεια που έρριψε τ’ ορδί διαβάζει το φερμάνι.

Ποιος είνε o Παναγιώταρος, ποιόν λεν Κολοκοτρώνη;

Να ‘ρθούν να προσκυνήσουνε, ραγιάδες να γενούνε.

Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος, παράξενο τού φάνη,

Δεν προσκυνούμ’ Αλήμπεη, ο νους σου μην το βάνη

Τ’ άρματα δεν τα δίδομε, ραγιάδες να γενούμε,

Παρά θα γένη πόλεμος με τόπια, με ντουφέκια.

Κι’ Αλήμπεης, σαν τα’άκουσε πολύ τού κακοφάνη,

Δώδεκα μέρες πολεμά με τόπια, με ντουφέκια.

Την Κυριακή το δειλινό μεγάλα τόπια βγάλαν,

Καρσί στον Πύργο τόβαλαν, τον πύργο να χαλάσουν.

Βλέπουν τον πύργο κ’ έτρεμε και ήθελε να πέση,

Κ’ οι κλέφτες επλακωσανε και τα νησιά γιομίσαν.

Κ’ οι Μπαρδουνιώταις παν κοντά που ξέρουν τα γιατάκια,

Στη Μάρο δεν επήγανε. στην Πάρο και στη Λάρσα.

Που ήτον ο Παναγιώταρος κι ο Γιαννο-Ρουμελιώτης

Πουλάκι επήγε κ’ έκατσε στην έρημη Καστάνια.

Δεν εκελάιδει κ’ έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα.

Πολύ κακό που πάθανε οι Κολοκοτρωναίοι,

Που τους εσκλάβωσ’ η τουρκιά, τ’ Αλήμπεη τ’ ασκέρι.

Την ταπεινή Αναγνώσταινα την πήραν οι Λαλιώταις,

Τη δόλια την Γεωργάκαινα την παν στην Καλαμάτα.

Κ’ η Κωσταντού ήταν πονηρή κ’ έντύθηκε τ’ αντρίκια,

Πήρε το αλαφρό σπαθί και το βαρύ τουφέκι

Και με τους άνδρες έσμιξε και πάει τη μέσα Μάνη.

Κ’ Αλήμπεης πού τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη

Δεν είχα τούρκους εδικούς, δεν είχα παλληκάρια.

να την επιάσουν ζωντανή

…………………………………

Πολύ σκοτίδιασε ο ουρανός, πάλι να βρέξει θέλει,

σκοτίδιασε η Μαυρομηλιά και της Μηλιάς ο κάμπος.

Εσύρανε τα ρέματα, εσύραν τα λαγκάδια,

Κ’ εκόπηκε το πέρασμα, κ’ εκόπη το γιοφύρι.

που κει περνάει η κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι,

με τα μπαϊράκια τα χρυσά, τις ασημομπιστόλες.

Κινάν και πάν στην εκκλησιά για να λειτουργηθούνε,

φορούν τα πόσια τα χρυσά, τις ασημοπαλάσκες.

Σίντας ξελειτουργήσανε και βγηκαν’ στην κουβέντα,

πετάχτηκε ο Κωσταντής και λέει τού Δημητράκη

«Τούτ’ η χαρά που ‘χομ’ εμείς σε λύπη θα μας φέρη,

πολλή τουρκιά μας έζωσε, ο Θεός να μας γλυτώση».

Τ’ ακούει ο Παναγιώταρος κ’ εσβήστη από τα γέλια,

«Τί λες κουμπάρε Κωσταντή τί λες τί κουβεντιάζεις;

Τίγαρις είναι του Μυστρά να το πατούν οι τούρκοι;

Ποτέ δεν επατήθηκε τής Καστανιάς ο πύργος,

ουδέ ο τούρκος τον πάτησε, μαϊδέ και ο Αλλαμάνος».

Τρεις περδικούλες κάθουνται  στον πύργο τής Καστάνης,

η μία κλαίει τον Κωσταντή, η άλλη το Δημητράκη

κ’ η τρίτη η καλύτερη κλαίει τον Παναγιώτη.

 ,

Έτσι άρχισε ο χαλασμός τών κλεφτών στην Πελοπόννησο. Από την Καστάνια τής Μάνης.

 .

Ανεξάρτητα από τους προσωπικούς λόγους που υπαγόρευσαν τη συμπεριφορά τού καπετάνιου τής Ανατολικής Μάνης Τζανέτου Γρηγοράκη, το γεγονός αυτό, (η άρνηση συμπαράστασης και συνδρομής προς τους αρχικλέφτες τής Καστάνιας το 1780, αντικειμενικά εξυπηρέτησε τα σχέδια τού Καπουδάν πασά Χασάν. Και ο τούρκος στρατιωτικός ηγέτης δεν το ξέχασε στην επιλογή τού νέου Μπέη το 1782.

Βέβαια οι Γρηγοράκηδες την άρνηση τους να βοηθήσουν τους πολιορκημένους τής Καστάνιας, δεν την είδαν σαν προσφορά υπηρεσίας προς τους τούρκους. Τέτοια πρόθεση δεν είχαν και η στάση τους, δεν ήταν γι’ αυτούς, ούτε καν περιστασιακή σύμπραξη με τους τούρκους.

Με τους τούρκους ήταν σταθερά εχθρικές οι σχέσεις τους. Για τους Γρηγοράκηδες το επεισόδιο τής Καστάνιας και η στάση τους απέναντί του, ήταν μία από τις συνηθισμένες ενδομανιάτικες διαφορές και αντιθέσεις.

 ,

,

,

Πηγή τοῦ ἄρθρου τὸ ἰστολόγιοwww.mani.org.gr/

Συντομευμένος σύνδεσμος :  http://wp.me/p12k4g-3aI

Akufion: The sword which kill emperor Nikēphoros II Phōkas


1b - AKADEMY LEONTES - INTERNET

By Dimitrios Skourtelis, icon painter and historical scholar. He is also member of the Greek Academy of Historical European Martial Arts

Translation to English by George E.Georgas

What type of sword was the ‘Akufion’?

Faussar

Leon the Deacon had given to us a description of how was this type of sword, but we are not absolutely sure about the shape and how the Byzantine warriors use it.

We are at the 11th of December of 969 after the birth of Christ. General Ioannis (John) Tsimiskis invade in stealth the Great Palace (in Greek: Μέγα Παλάτιον) with a squat of assassins warriors. The target is the emperor Nikēphoros II Phōkas the white death of the Saracens. He has only one think in his mind, to assassinate the emperor and take his throne.

The squad of assassins was hiding at the woman chambers of the palace.

The emperor was informed about the assassination attempt from a no name letter which delivered to him form a priest (‘…search the woman chambers of the Great Palace, there are hiding men-at-arms…’ in Medieval Greek: “…η γυναικωνίτις ερευνηθήτω, ενη άνδρες ένοπλοι καταληφθήσονται…”).

The Nikēphoros II Phōkas crown, the gospel, his imperial scepter, his sword were at the monastery of St. Athanasius of Mount Athos at Holy Mount (Athos).

——————————————————————————————-

The emperor gives the order to the arch chamberlain Michael to search the areas. Arch chamberlain Michael with the palace guards start to search the chambers but they found nothing. The squad of assassins was hiding well, because the wife of Nikēphoros II Phōkas was the head of this conspiracy. The empress suggest the emperor that is no need to lock his door of his small room, (I have to say that emperor Nikēphoros II Phōkas was a warrior king, he dislikes the wealth and he wore simple cloths, his room does not like a king’s room but a poor room of a soldier. He does not sleep on his bed because he knows that his people were suffering, so he always slept on the floor. But I have to add that in the end of his life became a tyrant) and she should go to see him if he was safe in the night. Off course this was a lie and the emperor who was full in love with his pretty but evil heart wife trust her words and left his door open. At night the assassins were climb the wall and found shelter at the roof of the Great Palace. From there they were waiting to come with boat the general Tsimiskis.

Heron

When he came, they thought a rope and help him to climb the wall of the palace. After that all of them were climbing down until they reach the window of the emperor’s room. But they had a surprise, they found the room empty. All of them they start to fear. They thought that the emperor was informed and the palace guards were searching for them. Those fears go away when a servant who was support the empress Theophano guide them to the pray room of the Great palace, where the emperor slept on the floor in front of the Holy icons. The assassins awake the emperor, they stroke him, they torture him and finally they decide to kill him. Look what Leon the Deacon wrote:

‘…and someone stroke him at his back with an akoufion and the blade go thought and pass his chest. This type of weapon was made from iron and it was long, the blade was like the beak of the heron. The only difference of the blade and the heron’s beak was that where the nature makes the heron’s beak almost straight but the blade has a small curve at the point witch was also extremely sharp. This was the end of life of emperor Nikēphoros II Phōkas …’ (InGreek:…Το όπλο εκείνο ήταν σιδερένιο και μακρύ, μοιάζει με το ράμφος του ερωδιού στο σχήμα, με την διαφορά πως όσο η φύση το έκανε ίσιο στο πουλί, το όπλο απλώνεται σε ελαφρά καμπύλη καταλήγοντας σε αρκετά μυτερή αιχμή. Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος του βίου που βρήκε τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο…”)

St.Mercury with a common Byzantine sword (paramerion)

We have too many one edged curved swords in Byzantium. The most common was the paramerion. But those swords were common in use so this born a question, why Leon the Deacon describes the akufion if it was common in use in the imperial army?

Somewhere Leon wrote that this weapon it can do extremely great injuries from one who knows how to use it and because of its design. If someone read his book he can understand that this weapon was also rare in Eastern Roman Empire.

 

St.Nikitas with a common Byzantine sword (paramerion)

Ancient Thracian Rompaias

Dueling lesson, between a Greek hoplite with the use of short sword, against a swordsman using a Thracian Romphaia. Equipment courtesy of livinghistory association Koryvantes.

——————————————————————————————–

So from the above we can understand that the akufion was not a common curved sword, it was not obviously a saber and it was not a paramerion. So how it was? We have two ideas:

  1. Probably the akufion was a variation of Thracian rompaia. Thracian rompaia was a two handed sword, some of them were a type of pole arm. This weapon can do a strike and thrusts such that it was described in Leon’s book. Off course it was not a pole arm because this weapon is not good for stealth missions.
  2. Akufion was a prototype slashing and thrusting weapon which adopted from the knights of Western Europe and it was such as faussar, warbrand or falchion. All of them have a common characteristic, the strong strikes from their one edge blade.

The ‘akufion’ of the bible of Morgan or  Maciejowski. Watch the left knight ridingis horse and using his two handed sword. Image taken from the Morgan Bible (Folio 10 Verso – top).

A similar type of weapon we can observe 300 years after the assassination of emperor Nikēphoros II Phōkas in a manuscript. From the Bible of Morgan or  Maciejowski. The sword has an extremely similarity with the description that gave to us Leon Deacon on his book. From the other hand it like also to the Thracian rompaia but with a major different. The curve is from the other side than the Thracian rompaia. This weapon is the descendant of this exotic Byzantine sword witch called ‘akufion’. But also give to us the information that the Byzantines design and construct this weapon 300 years before their western European brothers.

Ακούφιον: Το όπλο που σκότωσε τον Νικηφόρο Φωκά


1b - AKADEMY LEONTES - INTERNET

Του κ. Δημήτρη Σκουρτέλη, αγιοργάφου και ιστορικού μελετητή ο οποίος είναι και μέλος της Ακαδημίας Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών.

 

 

Τι ήταν το “ακούφιον”;

Το faussar
 

 

Παρά την περιγραφή του Λέοντος του Διακόνου, δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για την μορφή και την χρήση αυτού του όπλου.

Βρισκόμαστε στις 11 Δεκεμβρίου του 969. Ο στρατηγός Ιωάννης  Τσιμισκής εισβάλλει κρυφά στο Μέγα Παλάτιον με μια ομάδα δολοφόνων με στόχο να σκοτώσει τον Αυτοκράτορα Νικηφορο Φωκά και να καταλάβει τον θρόνο. 

Το απόσπασμα των δολοφόνων κρύβεται στον γυναικωνίτη. 

Το στέμμα του Νικηφόρου Φωκά, το ευαγγέλιό του, το αυτοκρατορικό σκήπτρο του, ο βασιλικός σάκκος του και άλλα πολλά βρίσκονται στο μοναστήρι του Γέροντά του, Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη.

Ο Φωκάς το μαθαίνει από μια ανώνυμη επιστολή που του παραδόθηκε από έναν ιερέα (“…η γυναικωνίτις ερευνηθήτω, εν η άνδρες ένοπλοι καταληφθήσονται…”) και διατάσσει τον επιστάτη Μιχαήλ να προβεί σε έρευνα των χώρων, η οποία δεν απέδωσε, μια που η ίδια η γυναίκα του Αυτοκράτορα τους κάλυπτε! Μάλιστα, η βασίλισσα έπεισε τον Φωκά να μην κλειδώσει το μικρό δωμάτιο όπου προσεύχονταν και συνήθως κοιμόταν, διότι δήθεν θα πήγαινε να τον δει αργότερα.Τη νύχτα οι δολοφόνοι ανέβηκαν στη σκεπή του Μεγάλου Παλατίου και ανέβασαν με σκοινί τον Τσιμισκή που κατέφθασε με βάρκα από την θάλασσα.Τρομοκρατήθηκαν όταν βρήκαν άδειο τον βασιλικό κοιτώνα αλλά ένας δικός τους από το Παλάτι τους έδειξε το δωμάτιο προσευχής του Φωκά, οπου κοιμόταν καταγής ο ασκητικός και σκληραγωγημένος  Αυτοκράτορας.

Τον χτύπησαν και τον βασάνισαν αρκετή ώρα μέχρι να αποφασίσουν να τον αποτελειώσουν:

 

 
Κοινό καμπύλο σπαθί του Βυζαντίου (παραμέριον)

“και κάποιος τον χτύπησε μεταξύ πλάτης και μέσης” (στο “μετάφρενο”) “με ακούφιο και πέρασε πέρα-πέρα στο στέρνο. Το όπλο εκείνο ήταν σιδερένιο και μακρύ, μοιάζει με το ράμφος του ερωδιού στο σχήμα, με την διαφορά πως όσο η φύση το έκανε ίσιο στο πουλί, το όπλο απλώνεται σε ελαφρά καμπύλη καταλήγοντας σε αρκετά μυτερή αιχμή. Αυτό λοιπόν ήταν το τέλος του βίου που βρήκε τον Αυτοκράτορα Νικηφόρο…”

(Λέων ο Διάκονος)

Έχουμε πολλά δείγματα καμπύλων σπαθιών με μια κόψη στο Βυζάντιο, που μοιάζουν με τις “πάλες” της Τουρκοκρατίας. Φαίνονται να ήταν τόσο κοινά που δεν δικαιολογούν την ειδική περιγραφή που κάνει ο Λέων ο Διάκονος. Ούτε και είχαν μεγαλύτερη ισχύ από τα ίσια ξίφη, που ήταν κοινότερης χρήσης.

Ο Λέων μιλάει για ένα όπλο ικανό να προξενήσει μεγάλες πληγές, έχοντας ειδικό σχεδιασμό. 

Επίσης αφήνει να εννοηθεί πως το όπλο αυτό ήταν σπάνιο και άγνωστο στους πολλούς, και μάλιστα στο ακροατήριό του, που οι περισσότεροι, σαν μορφωμένοι, δεν ήταν άσχετοι με την διοίκηση του κράτους και συνεπώς τα στρατιωτικά.

 

 
Κοινό καμπύλο σπαθί του Βυζαντίου (παραμέριον)

 

Αποκλείοντας, λοιπόν, για τα παραπάνω το κοινό καμπύλο σπαθί του Βυζαντίου,  προτείνω δύο λύσεις για την μορφή αυτού του όπλου:

 


Αρχαίες Θρακικές ρομφαίες


Μάθημα οπλομαχίας ανάμεσα σε οπλίτη που φέρει  κοντό ξίφος ενάντια σε ρομφαιοφόρο (με θρακιή ρομφαία). Ο εξοπλισμός είναι μια ευγενική χορηγία του Συλλόγου Ιστορικών Μελετών ‘ΚΟΡΥΒΑΝΤΕΣ’.
———————————————————————————————
Πρώτη: Το “ακούφιον” ήταν ίσως μια παραλλαγή της αρχαίας θρακικης ρομφαίας, ενός δίχειρου όπλου που βρίσκονταν μεταξύ δόρατος και σπαθιού και ήταν ικανό για τέτοια χτυπήματα σαν αυτό που περιγράφεται.
Δεύτερη: Το “ακούφιον” είναι το αρχέτυπο του θλαστικού όπλου που υιοθέτησαν αργότερα οι Δυτικοί Ιππότες, του faussar,warbrand ή falchion, που έπαιρνε βέβαια πολλές μορφές, με κύριο χαρακτηριστικό την ισχυρή δύναμη κρούσης και την μονή κόψη. 
Το “ακούφιον” της Βίβλου Μόργκαν. Δείτε τοναριστερό ιππότη που το κρατάει μετα δυο χέρια πάνω απο το άλογο.
Μια αναπαράσταση τέτοιου όπλου βλέπουμε, 300 σχεδον χρόνια μετά την δολοφονία του Φωκά, στην Βίβλο Morgan ή  Maciejowski. Έχει εκπληκτική ομοιότητα με την περιγραφή του Λέοντος (ένα καμπύλο ράμφος ερωδιού) και από την άλλη, μοιάζει να προέρχεται και αυτό, από την αρχαία θρακική ρομφαία, με την μόνη διαφορά που εδώ, η κόψη βρίσκεται στο εξωτερικό της καμπύλης.
 
Ένας Ερωδιός

 

Αυτός είναι ο πιθανότερος “αδελφός” ή μάλλον “απόγονος” του μυστηριώδους βυζαντινού “ακούφιου”. Η χρονική διαφορά του ακούφιου και του εικονιζόμενου δυτικού όπλου δείχνει το πόσο τεχνολογικά προχωρημένο ήταν το Βυζάντιο στο τέλος της πρώτης χιλιετηρίδας μ. Χ.