Constantine the Great


1a - AKADEMY LEONTES - INTERNET

 

Constantine the Great (Latin: Flavius Valerius Aurelius Constantinus Augustus;c. 27 February 272 — 22 May 337), also known as Constantine I or Saint Constantine, was Roman Emperor from 306 to 337. Well known for being the first Roman emperor to convert to Christianity,[notes Constantine and co-Emperor Licinius issued the Edict of Milan in 313, which proclaimed religious tolerance of all religions throughout the empire.
The foremost general of his time, Constantine defeated the emperors Maxentius and Licinius during civil wars. He also fought successfully against the Franks, Alamanni, Visigoths, and Sarmatians during his reign — even resettling parts of Dacia which had been abandoned during the previous century. Constantine built a new imperial residence in place of Byzantium, naming it Constantinople, which would later be the capital of the Eastern Roman Empire for over one thousand years. He is thought of as the founder of the Eastern Roman Empire.

Οπλισμός του βυζαντινού στρατού


1b - AKADEMY LEONTES - INTERNET
 

Ο οπλισμός του βυζαντινού στρατού θεωρούνταν ο καλύτερος και ο πιο τέλειος της εποχής του. Ήταν ακόμη και καλύτερος του περσικού, ο οποίος και πολύ αρχαιότερος ήταν, αλλά και η τεχνική κατασκευής όπλων στην Περσία είχε εξελιχτεί σε ύψιστο βαθμό με την πάροδο των χρόνων.

Τόσο τα φορητά (ελαφρά) όσο και τα βαριά όπλα του βυζαντινού στρατού υπερείχαν από όλα τα όπλα των άλλων εθνών, και την υπεροχή αυτή, το Βυζάντιο, τη διατήρησε σχεδόν καθόλη τη διάρκεια της ύπαρξής του, χάρη στα αυστηρά κρατικά νομοθετικά μέτρα, τον έλεγχο και την επίβλεψη τα οποία εφάρμοσε σε ό,τι αφορούσε τον οπλισμό. Κατασκευή όπλων επιτρεπόταν μόνο από κρατικά ελεγχόμενα ή στρατιωτικά οπλοποιεία και εργαστήρια. Οι οπλοποιοί (δεπωτάτοι ή φαβρικίσιοι) και γενικά οι κατασκευαστές όπλων ήταν γνωστοί στο κράτος, ελέγχονταν, επιτηρούνταν και απαγορευόταν σ’ αυτούς η πώληση όπλων ή η γνωστοποίηση του τρόπου και μεθόδων κατασκευής τους σε ξένους. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με σωματικές ή χρηματικές ποινές, ακόμη και με θάνατο.
              Η εμφάνιση των όπλων ήταν απλή, χωρίς κοσμήματα και παραστάσεις. Με την πάροδο του χρόνου όμως (10ο αι.), οι κατασκευαστές όπλων άρχισαν να τα διακοσμούν με κοσμήματα χρυσού, αργύρου, καθώς και με πολύτιμες πέτρες. Παρ’ όλα αυτά, η χρήση διακοσμημένων και γενικά πολυτελών όπλων είναι περιορισμένη και μόνο επιβλητικά ήταν για να προξενούν τρόμο στον εχθρό.
                 Τα όπλα διακρίνονταν σε φορητά (αμυντικά και επιθετικά) και σε βαριά (όπλα θέσης).

 Εξκουβήτορας
Α. Φορητά όπλα.α) Αμυντικά φορητά óπλα. Αυτά ήταν:

1. οι ασπίδες, οι οποίες καλούνταν «σκουτάρια» και οι στρατιώτες σκουτάριοι. Ο Λέοντας ΣΤ ́ ονομάζει τις ασπίδες των οπλιτών «θυρεούς» και εκείνες των ψιλών «ασπιδίκια»,
2. οι περικεφαλαίες γνωστές ως κασίδες και κασίδια, ανάλογα με το μέγεθóς τους και ως κóρυθες (Λέοντας ΣΤ ́), και οι οποίες έφεραν στην αρχή αιχμή και αργóτερα (6ο αι.) λοφίο,
3. οι θώρακες οι οποίοι ήταν, ή αλυσιδωτοί ή κεράτινοι ή απó δέρμα βουβάλου (γνωστοί ως ζάβες, ή σάλβες, ή λωρίκια ή κλιβάνια), ή απó κένδουκλο, δηλ. πίλημα κν. κετσέ (γνωστοί ως νευρικά, ή καββάδια ή κένδουκλα),
4. τα χειρομάνικα, τα οποία λέγονταν και χειρóψελλα ή μανικέλλια,
5. οι κνημίδες, οι οποίες καλούνταν και ποδóψελλα ή χαλκóτουβλα,
6. τα προμετώπια ή προμετωπίδια, τα οποία χρησίμευαν για την προστασία των μετώπων των ίππων των κατάφρακτων ιππέων,
7. τα περιστέρνια ή περιστήθια ή στηθάρια, για την προστασία των τραχήλων των ίππων και 8) τα κατανώτια, για την προστασία των οπισθίων των ίππων.
β) Επιθετικά φορητά óπλα. Αυτά ήταν:
1. τα δóρατα, τα οποία λέγονταν κοντάρια, ή μέναυλα και είχαν μήκος 3,50-4,70μ.,
2. τα δορυδρέπανα, τα οποία ήταν δóρατα μακριά και έφεραν κοντά στην αιχμή τους κοφτερó δρεπάνι, σαν άγκιστρο, για την κατάρριψη των επιβοηθητικών αμυντικών μέσων των επάλξεων,
3. τα ακóντια, τα οποία λέγονταν και ρικτάρια, ή ριπτάρια ή βυρίττες, ή λαγκίδια και τα οποία είχαν μήκος 2,5μ. (με αυτά εφοδιάζονταν οι πελταστές και στο ιππικó οι ψιλοί ακοντιστές),
4. οι σπάθες ή τα σπαθιά, αναρτώμενα απó τον ώμο και απó τη ζώνη (παραμήρια ή μάχαιρες) και τα οποία έφεραν οι σκουτάριοι. Οι κατάφρακτοι ιππείς έφεραν ξίφη δίστομα, μεγάλα ή μικρά, αναρτώμενα απó τον ώμο και παραμήρια διαζωσμένα,
5. τα μαρτζοβάβουλα ή τα πελεκίδια, με τα οποία οπλίζονταν οι πελταστές και óλοι οι ιππείς. Ονομάζονταν και τζικούρια ή τρικούρια ή σαλίβες,
6. οι κορύννες ή κορύνια. Καλούνταν και δίστρια ή βαρδούκια ή ματζούκια, ή ρóπαλα ή γλάβες ή σιδηροράβδια, ή πελατίκια,
7. τα τóξα, τα οποία καλούνταν και τοξάρια, ενώ τα βέλη τους σαγίτες και οι τοξóτες και σαγιτάτορες και αρκάτοι. Οι θήκες των βελών ονομάζονταν κούκουρα (φαρέτρες) και αναρτιóνταν απó τον ώμο,
8. τα σωληνάρια μικρά τóξα,
9. οι τζάγρες ή τζαγγρές μεγάλα και πολύ ισχυρά τóξα, τα οποία έβαλλαν μικρά αλλά βαριά βέλη (εισήχτηκαν στο Βυζάντιο απó τους σταυροφóρους της Α ́ σταυροφορίας τον 11. αι.),
10. οι άγγωνες, μικρά δóρατα που χρησιμοποιούνταν και ως ακóντια. Είχαν σχήμα τριφυλλιού με δύο άγκιστρα και χρησίμευαν να καταξεσκίζουν τις σάρκες του εχθρού, αλλά και να βοηθούσαν στην κλίση της εχθρικής ασπίδας, ώστε να αποκαλύπτεται το στήθος και η κεφαλή του αντιπάλου.
 11. οι σφενδóνες, οι οποίες καλούνταν και σφενδοβóλα (εισήχτηκαν óπως και οι τζάγγρες απó τη Δ. Ευρώπη). Επίσης τα χειροσίφωνα και οι σιφώνες για την εκσφενδóνιση «εσκευασμένου πυρóς», δηλ. του υγρού πυρóς.
Β. Βαριά όπλα
             Αυτά ήταν πολεμικές μηχανές ή όργανα που χρησιμοποιούνταν για την άμυνα ή την προσβολή των τειχών. Καλούνταν γενικά μάγγανα ή μηχανές και οι κατασκευαστές τους μαγγανάριοι ή μηχανάριοι, ενώ εκείνοι που τις συντηρούσαν και τις χειρίζονταν κουράτορες των μαγγάνων.
              Υπήρχαν πολλά είδη πολεμικών μηχανών. Οι κυριότερες από αυτές ήταν:
1. Οι κριοί
2. Οι πετροβόλοι (πετροβόλα μαγγανικά και βαλίστρες ή αλλακάτια ή τετραρείς)
3. Οι τοξοβαλίστρες ή καταπέλτες.
4. Οι χελώνες (χωστρίδες ή λαίσαι ή σπαλίωνες, έμβολοι, γεροχελώνες, ορεικτρίδες, αμπελοχελώνες)
5. Οι ελεπόλεις ή μόσσινοι
6. Οι κλίμακες
7. Οι αυλοί
8. Τα τρύπανα
            Επίσης βαριά ήταν όπλα ήταν και τα πυροβόλα τα οποία εμφανίστηκαν το 15ο αιώνα (1422) και ονομάζονταν μεγάλες σκευές και μπομπάρδες και τηλεβόλοι και αφετήρια.
Στολή, εξάρτηση και υπόδηση

Οι στολές των βυζαντινών στρατιωτών  ήταν απλές, πρακτικές και χωρίς κοσμήματα ή πολύχρωμα εξαρτήματα. Τόσο οι στολές των πεζικάριων όσο και των ιππέων ήταν όμοιες διέφεραν όμως στο βάρος και τις μικρολεπτομέρειες. Έφεραν χιτώνα που λεγόταν ζωστάριο και αρμελούσιο, μανδύα που λεγόταν και γουνίο ή γουνοβερουνίκιο ή κένδουκλο, αναξυρίδες που λέγονταν και βρακία ή τουβία, περικνημίδες και σκιάδιο το οποίο λεγόταν και πίλος ή κάλυμμα ή καλύπτρα ή σκούφια. Τα υποδήματά τους ήταν ελαφρά και στερεά.
Οι στολές των κατώτερων αξιωματικών ήταν πολυτελείς ενώ των ανώτερων πολυτελέστατες. Έφεραν σκιάδιον (κάλυμμα κεφαλής) <<χρυσοκόκκινο κλαπωτόν ανευ αέρος >> και σάγιο (χλαμύδα) από μεταξωτό ύφασμα. Ομοίως οι χιτώνες τους ήταν μεταξωτοί, χρυσοκέντητοι και έφεραν διάφορες ονομασίες ( σκαραμάγγια ή καββάδια  ή διβητήσια ή σάκοι). Τα υποδήματα καλούνταν τζαγγία ή παραπόδια ή σάνδαλα η παπούτζες. Οι στρατηγοί κρατούσαν επίσης και την αργυρή ράβδο με χρυσούς κόμβους η οποία καλούνταν δικανίκιο ή ματζούκα.

Η εξάρτηση αποτελούνταν από:
α. τα λωρία για την ανάρτηση της σπάθης
β. Τα θηκάρια ή πουγγία για την αποθήκευση των τροφών.
γ. τα δερμάτινα θηκάρια για την τοποθέτηση των μαρτζοβάβουλων
δ. τα τοξοφάρετρα  (δερμέτινος γυλιός) για τη τοποθέτηση του τόξου και των βελών.

Υποστράτηγος ε.α. Χρήστος Ν. Παπαλόπουλος <<ο βυζαντινός στρατός>> Στρατιωτική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 1982

Πρωταθλητισμός: μια παρεξηγημένη έννοια


 

Πρωταθλητισμός: μια παρεξηγημένη έννοια

Γιώργος Μαυρωτάς Γιώργος Μαυρωτάς

 

Δεν μπορεί, κάποιους γνωστούς θα έχετε γύρω σας (ή ακόμα κι εσείς οι ίδιοι) που πηγαίνουν τα παιδιά τους να κάνουν κάποιο άθλημα. Είτε ατομικό, είτε ομαδικό. Στο μυαλό τους έχουν, ή μάλλον έχουμε γιατί είμαι μεταξύ αυτών, καταρχήν να κάνουν τα παιδιά μας αθλητισμό. Σχολικός αθλητισμός ουσιαστικά δεν υφίσταται, οπότε το κενό αυτό έρχονται να το καλύψουν τα σωματεία. Στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μας μπορεί κάποιοι να ονειρευόμαστε διακρίσεις για το παιδί μας. Από την άλλη κάποιοι μπορεί να λένε «Εγώ δεν θα αφήσω τα παιδιά μου να κάνουν πρωταθλητισμό» ή «Καλός ο αθλητισμός, αλλά όχι ο πρωταθλητισμός». Πώς όμως διαχωρίζονται αυτά τα δύο; Καταρχήν αν θέλαμε να ορίσουμε τον πρωταθλητισμό θα λέγαμε ότι δεν είναι τίποτε άλλο παρά αθλητισμός με αγωνιστικούς στόχους. Αυτός που κάνει απλά αθλητισμό έχει σκοπό να βελτιωθεί ο ίδιος (π.χ. να μάθει να κολυμπάει, να φτιάξει ωραίο σώμα, να βελτιώσει τη φυσική του κατάσταση). Αυτός που κάνει πρωταθλητισμό έχει στόχο να βελτιωθεί ο ίδιος έτσι ώστε να ανταγωνιστεί άλλους και να διακριθεί. Ένας υποψήφιος για ολυμπιακό μετάλλιο κάνει πρωταθλητισμό. Όμως κι ένας πιτσιρικάς που έχει βάλει στόχο την κατάκτηση μεταλλίου στο παιδικό ή στο περιφερειακό πρωτάθλημα κάνει επίσης πρωταθλητισμό. Σε διαφορετική κλίμακα αλλά οι βασικές αρχές είναι οι ίδιες.

Πώς γίνεται αυτή η μετάβαση από τον αθλητισμό στον πρωταθλητισμό; Όχι πάντως κατά δήλωση από τη μια στιγμή στην άλλη. Γίνεται σταδιακά και υπό προϋποθέσεις. Για τα παιδιά που ξεχωρίζουν μετά τα πρώτα στάδια, αρχίζει από τους προπονητές μια ολοένα και πιο συστηματική προπόνηση. Στα παιδιά αυτό αρέσει γιατί όταν είναι καλοί σε κάτι αυτό το κάτι αυτόματα τους ελκύει, έχουν κίνητρο να το κάνουν. Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς. Μέχρι εδώ ουδέν μεμπτόν. Το μεμπτόν κατά τη γνώμη μου αρχίζει όταν οι προπονητές ( καμιά φορά και οι γονείς) αρχίζουν να θεωρούν ότι οι νεαροί αθλητές είναι μόνο αθλητές. Όταν δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις άλλες δραστηριότητες των παιδιών που είναι και πιο σημαντικές (σχολείο, ξένες γλώσσες κλπ). Επίσης η πρώιμη, υπερβολική πίεση για επιτυχίες σε παιδιά, έχει ως αποτέλεσμα να τα «καίει» και σωματικά αλλά και συναισθηματικά.

Η διαχείριση λοιπόν της κατάστασης αυτής και η εύρεση της ισορροπίας είναι το κλειδί για να απολαύσουν τα παιδιά τις ευεργετικές επιδράσεις του αθλητισμού και του πρωταθλητισμού. Μεταξύ των πολλών αυτών ευεργετημάτων θα ξεχώριζα τις εξής:
• Για τα σημερινά παιδιά που στον ελεύθερο (;) χρόνο τους δεν μπορούν πλέον να παίξουν μπάλα ή κυνηγητό στη γειτονιά, αλλά μόνο να παίξουν στο computer και στο playstation, ο αθλητισμός είναι το καλύτερο αντίδοτο στην αρρώστια της εποχής, την παιδική παχυσαρκία.

• Ίσως πουθενά αλλού ένα παιδί δεν μαθαίνει καλύτερα το «Τα αγαθά κόποις κτώνται». Μπορεί να ξεγελάσει τον μπαμπά ή τη μαμά ή το δάσκαλο στο σχολείο, αλλά όχι την μεζούρα και το χρονόμετρο που δεν λένε ποτέ ψέματα. Η επιτυχία δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα γνωριμίας, «μαγκιάς», διορισμού ή κληρονομιάς (όπως συμβαίνει πολλές φορές στην κοινωνία μας), αλλά μόνο ιδρώτα.

• Το παιδί μαθαίνει ότι και η ήττα και η αποτυχία είναι μέσα στο παιχνίδι. Αυτό που δεν είναι στο παιχνίδι είναι η παραίτηση.

• Η διαχείριση του άγχους είναι ένα άλλο σημαντικό μάθημα. Πριν τους αγώνες ή κατά τη διάρκεια τους, το άγχος είναι πάντα παρόν και σιγά-σιγά το παιδί μαθαίνει να το διαχειρίζεται.

• Μαθαίνει στην αυτοπειθαρχία που είναι προίκα για όλη του τη ζωή

• Όταν πρέπει να χωρέσει αρκετά πράγματα στο χρόνο του ήδη από την μικρή ηλικία, το παιδί μαθαίνει να μην αφήνει το χρόνο του να πηγαίνει χαμένος. Κάθε ώρα τηλεόρασης που υποκαθιστά ο αθλητισμός είναι χρυσάφι.

• Αν επικεντρωνόμασταν στα ομαδικά αθλήματα θα κατέγραφα κι άλλες ευεργετικές επιδράσεις (π.χ. η έννοια της κοινής επιτυχίας, το «εγώ» που υποτάσσεται στο «εμείς», η αλληλεγγύη κ.ά. ) αλλά αυτό θέλει ένα ολόκληρο άρθρο μόνο του.
Ο πρωταθλητισμός λοιπόν είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Κάνω πρωταθλητισμό δεν σημαίνει βγαίνω πρώτος, αλλά δίνω τον καλύτερο εαυτό μου για να βγω πρώτος. Πρωταθλητισμός δεν σημαίνει « νίκη με κάθε τίμημα» και δεν σημαίνει σώνει και καλά «αποκλειστική απασχόληση», όπως πιθανώς πιστεύουν πολλοί. Μην φοβόσαστε λοιπόν όταν ακούτε τη λέξη «πρωταθλητισμός». Μην αφήνετε τα λίγα αρνητικά να υπερκαλύπτουν τα πολλά θετικά. Απλώς, μπροστά στη λέξη να βάζετε πάντα το επίθετο «ισορροπημένος».

Η ζωή είναι γλιστερός δρόμος. Ο άκριτος πρωταθλητισμός είναι σαν ένα γρήγορο, ελαφρύ αυτοκίνητο, χωρίς καλά φρένα που ταξιδεύει σ’ αυτόν. Πάει γρήγορα, αλλά όχι με ασφάλεια. Αντίθετα, ο ισορροπημένος πρωταθλητισμός είναι σαν ένα στιβαρό αυτοκίνητο με ABS, γεμάτο αερόσακους. Μπορεί να μην κόβει συχνά πρώτο το νήμα, αλλά πάντα τερματίζει. Τι θα προτιμούσατε εσείς για το παιδί σας;

 

http://www.protagon.gr